Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Το λεωφορείο των 6.15 π.μ.



Δεκαετίες του 1970 και 1980.
Υποδομές ανύπαρκτες, χωμάτινος ο δρόμος, που συνέδεε τους Προμάχους με την Αριδαία.
Ελάχιστα τα οχήματα, μόνο ένα ταξί και κανά δυο φορτηγά ίσως.
Εμείς μικρά παιδιά, τελειώνοντας το Δημοτικό σχολείο στο χωριό, θα έπρεπε να συνεχίσουμε στο Γυμνάσιο της Αριδαίας.
Λόγω της  έλλειψης πολλών λεωφορείων, οι συγκοινωνίες ήταν αραιές και οι τότε αρχές προγραμμάτιζαν τα δρομολόγια των οχημάτων κατά το δοκούν, προσπαθώντας να μεταφέρουν τους μαθητές από τα πάμπολλα χωριά της Αλμωπίας, στην πρωτεύουσα.

Στους Προμάχους λοιπόν, το λεωφορείο ερχόταν στις 6.15 το πρωί. Ξυπνούσαμε οι μαθητές από τις 5.30, και μέσα από τα κρύα και χιονισμένα σοκάκια, κατευθυνόμασταν στην πλατεία του χωριού, για να περιμένουμε το λεωφορείο μας. 
Ευτυχώς τα χρόνια εκείνα, υπήρχε ο Μπάη Πέτκος. Ένας μεγαλόσωμος καλοσυνάτος γεράκος, που είχε ένα μακρόστενο καφενείο και που πάντα ξυπνούσε νωρίς και το άνοιγε. Μια μεγάλη σόμπα, από κάποιο μεταλλικό  βαρέλι, που το μετέτρεψε ο σιδεράς του χωριού, δέσποζε στο κέντρο του καφενείου, μας περίμενε πάντα αναμμένη, κι εμείς κάνοντας κύκλο γύρω της, καθόμασταν στις παλιές ψάθινες καρέκλες. Ο καημένος ο γεράκος ήταν βαρήκοος κι εμείς κάναμε καλαμπούρια και τον πειράζαμε με τα παιδικά μας καμώματα. Συνήθως κρύβονταν πίσω στη κουζίνα του καφενείου και πασαλειβόταν όλη την ώρα με οινόπνευμα, προσφιλή τακτική των γεροντότερων εκείνα τα χρόνια, για να καταπολεμήσει τους πόνους των καταπονημένων αρθρώσεών του.

Κατά τις 6.10, με δεδομένη την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε τα χρόνια εκείνα, ακούγονταν το λεωφορείο μας, να προσπαθεί να ανέβει στην πλατεία, αγκομαχώντας και δίνοντας αγώνα να αποφύγει τις λακκούβες και τις πέτρες του λασπωμένου δρόμου.
Ήταν ένα παλαιό όχημα, ίσως και από την εποχή του μεσοπολέμου, με μια μακριά μούρη μπροστά και δυο κακοσυντηρημένες πόρτες, που δίναμε μάχη για να τις κλείσουμε.  Μικρός διάκοσμος μέσα, με μόλις 20 η 25 καθίσματα, ενώ κάποια παράθυρά του ήταν συνεχώς ανοιχτά. Πίσω του, υπήρχε μια σκάλα, η οποία οδηγούσε στην εξωτερική οροφή, όπου οι μεγάλοι, τοποθετούσαν τις αποσκευές τους σε κάποια ειδικά διαμορφωμένα μεταλλικά ράφια.
«Προχωρείτε στο βάθος», η αιώνια ατάκα-διαταγή του εισπράκτορα κι εμείς στριμωχνόμασταν όλο και πιο πίσω, σωστές σαρδέλες, μιας και το χωριό μας είχε πάντα πληθώρα μαθητών.
Ακολουθούσε ο έλεγχος των εισιτηρίων και το ταξίδι προς τη γνώση, ξεκινούσε.
Αξέχαστες στιγμές βέβαια, ήταν η αγωνία που αισθανόμασταν, όταν ο ξεροπόταμος είχε κατεβάσει νερά από τα γύρω βουνά και το μικροσκοπικό λεωφορείο θα έπρεπε να περάσει μέσα από τα φουσκωμένα νερά της ανύπαρκτης γέφυρας, ενώ εμείς βγάζαμε τα παπούτσια μας και περνούσαμε ξυπόλητοι, πηδώντας από πέτρα σε πέτρα.
Κάπου στη μέση της διαδρομής, επιβεβλημένη ήταν η στάση στη Σωσάνδρα, για να πάρουμε και τους μαθητές του γειτονικού χωριού. Ακολουθούσε η ατάκα «προχωρείτε στο βάθος» και οι διαμαρτυρίες μας «μα ποιο βάθος; είμαστε στο τέρμα» και αφού η σαρδελοποίηση έβρισκε τον απόλυτο ορισμό της, ο οδηγός μας, ξεκινούσε.
Επικρατούσε δε ο προαιώνιος διαπληκτισμός με τα παιδιά της Σωσάνδρας, για το ποιο χωριό είναι καλύτερο, αποκαλώντας μας αυτοί «Κινέζους» κι εμείς «Σίρι τόρμπες»(μτφρ. ζητιάνους, αμακαδόρους).
Μετά την απαραίτητη στάση στο «ΣΤΕΚ», όπου επιβιβαζόταν ο ελεγκτής , για τον έλεγχο τυχών λαθρεπιβατών, φτάναμε νύχτα ακόμη στο ΚΤΕΛ, που την εποχή εκείνη ήταν κοντά στο Γυμνάσιο.

Αφήνοντας το ημιθανές  λεωφορείο, να δέχεται τις περιποιήσεις –φιλί της ζωής του οδηγού και του εισπράκτορα, κατευθυνόμασταν στο τεράστιο κτίριο του Γυμνασίου με τις παγωμένες αίθουσες και μη έχοντας τίποτα να κάνουμε μέχρι τις 8.30, που ξεκινούσαν τα μαθήματα, βοηθούσαμε τον κυρ Γιάννη, τον βλάχο επιστάτη του σχολείου με το χαρακτηριστικό του μουστακάκι κι ανάβαμε τις μεγάλες ξυλόσομπες των αιθουσών.
Το μεσημέρι, μετά από το δύσκολο εξάωρο μάθημα, αφού κάναμε μια γευστική στάση στο σουβλατζίδικο της «Μακεδονίας» και μετείχαμε στην οργασμική απόλαυση του γευστικότατου σάντουιτς με το πεντανόστιμο κυλινδρικό μπιφτέκι και την χαρακτηριστική μουστάρδα(η οποία πάντα ήταν λίγη), ανεβαίναμε ξανά στο λεωφορείο μας και η περιπέτεια, ξεκινούσε πάλι από την ανάποδη μεριά.

Το δε ηρωικό μας όχημα, σκούζοντας κι αγκομαχώντας, έδινε όλες του τις δυνάμεις και μέσα από τους μαύρους καπνούς που έβγαζε, ατένιζε με υπερηφάνεια τον κάμπο της Αλμωπίας, καταπίνοντας τα κακοτράχαλα χιλιόμετρα.


2 σχόλια :

Ωραία περιγραφή, μπράβο σας.Απο θεσσαλονίκη

Η "Μάγια" το αγαπημένο μας τότε λεωφορείο. Αξέχαστες στιγμές.

Δημοσίευση σχολίου

Οι όροι χρήσης που ισχύουν για τη δημοσίευση των σχολίων, έχουν ως εξής:

- Σχόλια τα οποία είναι υβριστικά ή περιέχουν χαρακτηρισμούς ή ανώνυμες καταγγελίες που δεν συνοδεύονται από αποδείξεις θα αφαιρούνται από τα Προμαχιώτικα Νεα .

- Τα Προμαχιώτικα Νέα διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρέσουν οποιοδήποτε σχόλιο θεωρούν ότι εμπίπτει στις παραπάνω κατηγορίες.

- Τα Προμαχιώτικα Νέα δεν παρεμβαίνουν σε καμία περίπτωση για να αλλοιώσουν το περιεχόμενο ενός σχολίου.

- Τα σχόλια αναγνωστών σε καμιά περίπτωση δεν αντιπροσωπεύουν τα Προαχιώτικα Νέα.

- Με την αποστολή ενός σχολίου αυτόματα αποδέχεστε τους όρους χρήσης .

H συντακτική ομάδα των Προμαχιώτικων Νέων.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...