Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Το πρόγραμμα της Κυριακής 3 Ιουλίου του Πολιτιστικού Ανταμώματος 2016 στους Προμάχους



Κυριακή 3 Ιουλ 2016

Μ.Χ.Σ. “Οι Πρόμαχοι” - Πρόμαχοι
(χοροί Μακεδονίας - Θράκης )

Σύλλογος Γυναικών Όρμας – ‘Ορμα
(χοροί Μακεδονίας)

Π.Σ. “Αριστοτέλης” - Μεσημέρι
(χοροί Μακεδονίας)

Π.Σ. “Το Πόζαρ” - Λουτράκι
(χοροί Μακεδονίας)

Εύξεινος Λέσχη Αλμωπίας
(χοροί Πόντου)

“Ήχος Αλμωπίας”
(ορχήστρα)

Χόρχε Μπουκάι: "Η ιστορία του ορειβάτη"



Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα βουνό με έντονη χιονόπτωση. Πέρασε τη νύχτα μαζί με τους άλλους στο καταφύγιο. Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό. Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος. Ο ορειβάτης γκρεμίζεται… αρχίζει να κατρακυλάει στο βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ το χιόνι πέφτει πυκνό…

Από μπροστά του βλέπει να περνάει όλη του η ζωή. Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί. Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση. Ποιος ξέρει… Το σχοινί αυτό μπορεί να έμεινε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο… κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.

Κοιτάζει προς τα πάνω αλλά το μόνο που βλέπει είναι η χιονοθύελλα και το πυκνό χιόνι που πέφτει πάνω του. Τα δευτερόλεπτα μοιάζουν αιώνες σ’ αυτό το κατρακύλισμα που γίνεται όλο και πιο γρήγορο και μοιάζει να μην τελειώνει… Ξαφνικά, το σχοινί τινάζεται και νιώθει αντίσταση. Ο ορειβάτης δε βλέπει τίποτε, ξέρει όμως ότι προς το παρόν έχει σωθεί. Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα, κι αυτός εκεί, δεμένος με το σχοινί, μέσα στο φοβερό κρύο, κρεμασμένος από ένα κομμάτι λινάρι, που τον κρατάει γερά για να μην τσακιστεί πέφτοντας στη χαράδρα ανάμεσα στα βουνά.

Προσπαθεί να δει τι υπάρχει γύρω του, αλλά μάταια δεν ξεχωρίζει τίποτε. Φωνάζει δυο-τρεις φορές, αλλά καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσει κανείς. Η πιθανότητα να σωθεί είναι απειροελάχιστη. Και να δουν ότι λείπει, δεν θα μπορέσει κανείς ν’ ανέβει να ψάξει γι’ αυτόν πριν σταματήσει η χιονοθύελλα, αλλά και τότε ακόμη, πως να ξέρουν ότι βρίσκεται κρεμασμένος στο γκρεμό;

Αντιλαμβάνεται ότι αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.

Όμως  τι να κάνει;

Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Ξαφνικά… ακούει μια φωνή μέσα του που του λέει «λύσου!» Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου!»

Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή τη στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί. Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριό του. Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει. Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά. Και η φωνή επιμένει «λύσου!… Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου!»

Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα του πως καμμιά φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή. Η σύγκρουση αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος μ’ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο. Η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο, παγωμένος, και, παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του… σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.

Καμμιά φορά το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.

Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.

Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δεμένος σφιχτά, επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώσουν από την κατάρρευση.

Όλοι έχουμε αυτήν την τάση να δενόμαστε σφιχτά με ιδέες, πρόσωπα και καταστάσεις. Δενόμαστε με ανθρώπους, με χώρους, με τόπους γνωστούς, γιατί είμαστε βέβαιοι πως αυτό είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να μας σώσει.  Πιστεύουμε στο «γνώριμο κακό», όπως λέει ένα γνωστό γνωμικό.

Και παρόλο που από διαίσθηση καταλαβαίνουμε ότι το δέσιμο σημαίνει θάνατο, συνεχίζουμε να μένουμε αγκιστρωμένοι σ’ αυτό που πια δεν μας χρειάζεται, σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια, τρέμοντας τις φανταστικές συνέπειες αν αποδεσμευτούμε.

Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: «Ο δρόμος των δακρύων«, εκδόσεις opera/animus.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μυρμήγκι



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μυρμήγκι

Το παραμύθι με το μικρό μυρμήγκι ξεκινά από πολύ παλιά, δεκαετίες πριν. Δεν είναι από αυτά που ακούγαμε μικροί. Είναι από εκείνα που μάθαμε (;) μεγάλοι. Θα το θυμηθείτε όλοι, είμαι βέβαιος. Κάπου το έχετε ξανακούσει, κάπου το έχετε ξαναδεί, σίγουρα κάποτε βρήκατε τον ίδιο τον εαυτό σας ως ήρωα στην πλοκή του. Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν ήταν ένα μικρό μυρμήγκι το οποίο κάθε μέρα (εκτός από τις μέρες του χειμώνα) έβγαινε από την φωλιά του και γύρευε τροφή για το ίδιο αλλά και για να αποθηκεύσει στη φωλιά του για όλες τις δύσκολες μέρες που κάθε χρόνο ακολουθούσαν. Αυτό το μικρό μυρμήγκι συνήθιζε καθημερινά να πηγαίνει σε έναν θεόρατο πέτρινο τοίχο και με τα μικρά του δόντια να δαγκώνει λίγο από το σκληρό πέτρινο υλικό και να το μεταφέρει στην φωλιά του.

Το μικρό μυρμήγκι έκανε αυτή την κίνηση κάθε μέρα για πολλά χρόνια με την ίδια επιμονή και όρεξη. Ο τεράστιος πέτρινος τοίχος ούτε που ένιωθε κάτι από το μικρό δάγκωμα του μυρμηγκιού, (άραγε τα μυρμήγκια τρώνε τεράστιους τοίχους;) κι έτσι δεν ένιωθε ποτέ ούτε καν την παρουσία του.

Τα χρόνια λοιπόν πέρασαν ώσπου μια μέρα, φθινόπωρο ήταν σίγουρα, το μυρμήγκι ξαναβγήκε από τη φωλιά του και κάνοντας τη γνώριμη διαδρομή του ξανακατευθύνθηκε στον γνωστό προορισμό του και μόλις έφτασε στον πέτρινο γιγάντιο τοίχο άνοιξε το μικρό του στοματάκι και δάγκωσε μια σκόνη από τις γιγάντιες πέτρες του γιγάντιου τοίχου. Και τότε!!! Σαν μια σκηνή από εικόνα της Αποκάλυψης ο γιγάντιος τοίχος γκρεμίστηκε κι έπεσε απότομα κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο, ανακατεμένο με ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης ανάμεσα στα τεράστια συντρίμμια που είχαν πλακώσει γύρω τους τα πάντα. Τα πάντα εκτός από το μικρό μυρμήγκι που ήταν τόσο μικρό που γλίτωσε ακόμη και τη συντριβή του. Μόλις αυτό κατάλαβε πως ο τοίχος είχε γκρεμιστεί έτριψε για λίγο το πηγούνι του και κατευθύνθηκε σε άλλο τοίχο πιο στέρεο και πιο μεγάλο. Δεν ήθελε πια να μεταφέρει πέτρες από έναν τοίχο που είχε γίνει συντρίμμια, όσο να είναι κάθε τοίχος όταν γκρεμίζεται δεν είναι τίποτε άλλο από ερείπια, ούτε μια σκόνη του δεν έχει σημασία…

Το μυρμήγκι αυτό το λέγανε συνήθεια και τον μεγάλο πέτρινο τοίχο χρόνο. Ήταν και τα δυο δικά μου, δικά σου, όλων μας. Και το μυρμήγκι κι ο τοίχος, μόνο που όταν εγώ κατάλαβα ποιος είναι ποιος, ο τοίχος μου είχε γκρεμιστεί από τα καθημερινά μικρά ανεπαίσθητα δαγκώματα του μικρού μυρμηγκιού.

Οι άνθρωποι είμαστε αυτό που γινόμαστε καθημερινά. Αυτό που καθημερινά συνηθίζουμε ή επιτρέπουμε να κάνουμε είναι το πεπρωμένο μας. Μόνο που στην αρχή δεν το παρατηρούμε, δεν του δίνουμε τη σωστή σημασία. Οι άνθρωποι που χωρίζουν μετά από ένα μήνα, δυο, πέντε ή είκοσι χρόνια χωρίζουν επειδή κάθε μέρα όλο το προηγούμενο καιρό δεν έβλεπαν, δεν αντιλήφθηκαν το μικρό μυρμήγκι που έτρωγε τις μέρες τους. Ο μαθητής που καθημερινά αφιερώνει πολλές ώρες στον υπολογιστή και στην τηλεόραση κι όχι στο διάβασμα, μάλλον θα έχει απογοητευτικές επιδόσεις στις εξετάσεις καθώς τόσο καιρό πριν από αυτές η καθημερινότητα του χτίζονταν με μικρές συνήθειες που εγγυούνταν την αποτυχία. Κάποιος άλλος πάλι μπορεί να βαριέται (αλήθεια επιτρέπεται να βαριέται ο νέος;) επειδή κάθε μέρα επιτρέπει στον εαυτό του να μεγαλώνει με συνήθειες που κρύβουν τη δημιουργικότητα και την πρόοδό του. Ένα μικρό μυρμήγκι τόση ζημιά; Ένα μικρό μυρμήγκι, ναι. Αυτό που θα καταστρέψει τη ζωή σου είναι αυτή η καθημερινή μικρή συνήθεια. Μια μικρή συνήθεια, μια ανοχή, μια δεύτερη συνήθεια, η αναβολή, η συγκατάβαση και καιρό με τον καιρό έγινες ξένος με τον σύντροφο σου, ξένος από τους ανθρώπους γύρω σου, ξένος από τις πιο όμορφες ελπίδες, από αυτό που σε έδενε με το νόημα του κόσμου, ξένος μάλλον κι από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Τις περισσότερες φορές καταλαβαίνουμε το γκρέμισμα του τοίχου, των ονείρων, της ίδιας μας της ζωής μετά από ένα εκκωφαντικό συμβάν. Πρέπει για παράδειγμα να ανακοινωθεί ένα διαζύγιο για να επισημοποιήσει τα χρόνια που το μικρό μυρμήγκι κατέτρωγε τις υγιείς βάσεις μιας σχέσης. Το βέβαιο είναι πως όσο εκκωφαντικό είναι αυτό το γεγονός τόσο ανεπαίσθητο είναι το καθημερινό άθροισμα των αιτίων – συμπτωμάτων που το προκάλεσαν. Η καταραμένη ευκολία είναι συνήθως ο πιο αξιόπιστος εγγυητής πως θα γίνεις ό,τι επιτρέπεις. Κάθε ώρα για παράδειγμα που βλέπεις τηλεόραση αντί να διαβάζεις ένα βιβλίο ή να καλλιεργείς τις ανθρώπινες σχέσεις σου είναι ένα μικρό δάγκωμα του μικρού μυρμηγκιού στον μεγάλο τοίχο της δικής σου ζωής. Κάποτε θα γκρεμίσει την ελπίδα σου για το μέλλον, τη θέση που αντιπροσωπεύεις ως λειτουργικό μέλος ενός συνόλου που προϋποθέτει θυσία κι αγώνα για την κοινωνία του. Πιο πριν, πριν γίνεις ξένος με όλους, η αποξένωση θα έχει χτυπήσει, το ίδιο ύπουλα κι αθόρυβα την πόρτα σου κι εσύ, ανυποψίαστος μα τραγικά υπεύθυνος θα της έχεις επιτρέψει να διαλύσει τη ζωή σου. Την τροφή την έδωσες εσύ. Με την ευκολία, τη συγκατάθεση, έπειτα με την ανοχή και τέλος με την συνήθεια.

Τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων τελείωναν πάντα με ένα ευτυχισμένο τέλος και τη ρητή διαβεβαίωση πως «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Το παραμύθι με το μικρό μυρμήγκι είναι από αυτά των μεγάλων ώριμων ηλικιακά χρόνων μας. Εκεί δεν τελειώνουν τα πάντα ευχάριστα, τουλάχιστον όχι εδώ. Το ευτύχημα είναι πως έχουμε, ο καθένας από εμάς ξεχωριστά, το μεγάλο ευτύχημα να γράψουμε, ή καλύτερα να δοκιμάσουμε να γράψουμε, οι ίδιοι το τέλος. Αυτό γράφεται από την τροφή που δίνουμε οι ίδιοι στο θηρίο, συγγνώμη στο μυρμήγκι, που καθημερινά γίνεται συνήθεια μας, χρόνος μας, καθημερινότητα και εν τέλει ζωή και πεπρωμένο μας. Τώρα που μπορείς νίκησε το μυρμήγκι, ίσως αύριο να σε έχει νικήσει αυτό για πάντα.




Το “ψαρέψαμε» στο http://yponeirwn.blogspot.gr/2014/05/blog-post_18.html

Ενσυναίσθηση: πώς ο νους μας ιδιοποιείται τα αλλότρια πάθη


Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ (enet.gr)

Τι ακριβώς συμβαίνει «μέσα» μας όταν βλέπουμε ένα γνωστό ή και άγνωστο πρόσωπο να σφαδάζει από τον πόνο ή ένα παιδάκι να κλαίει απαρηγόρητο; 

Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αντιλαμβανόμαστε απλώς τις εκδηλώσεις χαράς ή λύπης των άλλων, αλλά έχουμε τη δυνατότητα να βιώνουμε προσωπικά και σχεδόν σωματικά τέτοια αλλότρια συναισθήματα. Για να περιγράψει την αινιγματική ικανότητά μας να μοιραζόμαστε από κοινού και να βιώνουμε σε πρώτο πρόσωπο τα συναισθήματα ενός τρίτου προσώπου η σύγχρονη νευροψυχολογία καταφεύγει στην έννοια της «ενσυναίσθησης».
Ολοι γνωρίζουμε πόσο εξαιρετικά δύσκολο, και ενίοτε βασανιστικό, μπορεί να είναι το να περιγράψουμε με λέξεις όχι αυτό που σκεφτόμαστε αλλά αυτό που νιώθουμε. Γιατί άραγε ένα απίστευτα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας βασίζεται και τελικά συντελείται με μη λεκτικά επικοινωνιακά μέσα (όπως π.χ. με τη «γλώσσα» του σώματος);
Παρά τις «λογοκεντρικές» προκαταλήψεις μας, ο ανθρώπινος λόγος -προφορικός ή γραπτός- ίσως αποτελεί εν τέλει ένα ιδιαίτερα φτωχό και συχνά παραπλανητικό μέσο επικοινωνίας. Ακριβώς γι’ αυτό όταν μιλάμε με κάποιο πρόσωπο δεν περιοριζόμαστε μόνο στο «τι λέει» αλλά και στο «πώς το λέει». Πολύ συχνά, μάλιστα, καταλαβαίνουμε καλύτερα τι πραγματικά «θέλει να πει» από το πώς το λέει: στο αδιαφανές παιχνίδι της ανθρώπινης επικοινωνίας η γλώσσα του σώματος αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύγλωττη.
Πρόσφατες έρευνες στον χώρο της νευροψυχολογίας επιβεβαιώνουν και εξηγούν επιστημονικά αυτό που ανέκαθεν γνωρίζαμε ή μάλλον διαισθανόμασταν εμπειρικά: οι ανθρώπινες σχέσεις -διαπροσωπικές και κοινωνικές- βασίζονται και σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνονται από «μη λεκτικούς» και εν μέρει μη συνειδητούς κώδικες επικοινωνίας. Από τις ανεπαίσθητες αλλαγές στον τόνο της φωνής, στη στάση του σώματος, αλλά και από τις χειρονομίες ή από τις εκφράσεις του προσώπου του συνομιλητή μας καταλαβαίνουμε πολύ περισσότερα από όσα ο ίδιος μάς λέει ή, ενδεχομένως, από όσα θα ήθελε να καταλάβουμε.
Για να εξηγήσουν αυτή τη «μαγική» ικανότητα να ταυτιζόμαστε ή να εισδύουμε απρόσκλητοι στις «εσωτερικές» νοητικές καταστάσεις των άλλων προσώπων οι ειδικοί χρησιμοποιούν την έννοια «empathy», όρο που ορθά αποδίδεται ως «ενσυναίσθηση» και όχι βέβαια ως «συμπάθεια» ή ακόμη χειρότερα ως «εμπάθεια». Το γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι, όπως εξάλλου και τα περισσότερα θηλαστικά, είμαστε σε θέση να «συναισθανόμαστε», να «αντιλαμβανόμαστε» βιωματικά τα αισθήματα ενός τρίτου προσώπου αποτελεί κοινότοπη διαπίστωση. Η εξήγηση ωστόσο του γιατί και του πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό το καθημερινό «θαύμα» αποδεικνύεται, όπως θα δούμε, λιγότερο κοινότοπη.
Η μέχρι χθες κοινωνικά υποτιμημένη και παραμελημένη από την επιστήμη βιολογική μας ικανότητα για ενσυναίσθηση έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης τόσο των νευροεπιστημών όσο και της εξελικτικής ψυχολογίας. Κοινός στόχος αυτών των ερευνών είναι να αποκαλύψουν τις βιολογικές (εξελικτικές και εγκεφαλικές) προϋποθέσεις και τους νευροψυχολογικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την εμφάνισή της.
Υπερβαίνοντας τα αυτιστικά μας όρια
Η ενσυναίσθηση δεν είναι απλώς ένας επιστημονικός νεολογισμός αλλά μια θεμελιώδης νοητική λειτουργία: αναφαίρετο συστατικό στοιχείο των σχέσεών μας με τους άλλους και με τον κόσμο που μας περιβάλλει.
Η πιο πρόσφατη γενεαλογία αυτής της έννοιας θα μπορούσε να αναζητηθεί στα κείμενα των ρομαντικών συγγραφέων του δέκατου ένατου αιώνα Herder και Novalis, οι οποίοι θεωρητικοποίησαν την υπερβατική εμπειρία ενότητας της υποκειμενικής ψυχής με την αντικειμενική Φύση. Ωστόσο, μόνο μετά το 1906, με τη δημοσίευση της μονογραφίας του Γερμανού φιλόσοφου-ψυχολόγου Theodor Lipps με τίτλο «Ενσυναίσθηση και αισθητική απόλαυση», η έννοια αυτή θα αρχίσει να κάνει δειλά δειλά την εμφάνισή της στα φιλοσοφικά σαλόνια της κεντρικής Ευρώπης. Για τον Lipps η ενσυναίσθηση αποτελεί την αναγκαία συνθήκη όχι μόνο κάθε αισθητικής εμπειρίας αλλά και της βαθύτερης ενότητας του υποκειμένου με τον κόσμο.
Το επόμενο αποφασιστικό βήμα στην εξέλιξη αυτής της έννοιας θα πραγματοποιηθεί με την πρωτοποριακή φαινομενολογική προσέγγιση της Edith Stein, νεαρής μαθήτριας του μεγάλου φιλόσοφου Ε. Husserl. Το 1916 στη διδακτορική της διατριβή με τίτλο «Περί του προβλήματος της ενσυναίσθησης», η Stein καταφέρνει να μετατρέψει σε φιλοσοφικό πρόβλημα ό,τι μέχρι τότε ήταν ένα «βασανιστικό αίνιγμα», όπως ο ίδιος ο Χούσερλ περιέγραφε την ενσυναίσθηση. Για τη νεαρή φιλόσοφο, αντίθετα, η ενσυναίσθηση αποτελεί την εμπειρία «που βρίσκεται στη βάση όλων των μορφών μέσω των οποίων προσεγγίζουμε ένα άλλο πρόσωπο». Είναι, σύμφωνα με τη Stein, το παράδοξο ενέργημα μέσω του οποίου η αλλότρια πραγματικότητα, ό,τι εμείς δεν είμαστε, ό,τι δεν έχουμε ακόμη βιώσει ή δεν θα βιώσουμε ποτέ και ό,τι μας μεταθέτει αλλού, στο ανοίκειο, μετατρέπεται σε συστατικό στοιχείο της βαθύτερης και διευρυμένης εμπειρίας μας αυτού που υπάρχει πέρα και έξω από εμάς. Και αποτελεί ασφαλώς ειρωνεία ότι η σημαντικότερη ερευνήτρια της ενσυναίσθησης θα πέσει η ίδια θύμα της ανεπαρκούς ενσυναίσθησης των ναζί: λόγω της εβραϊκής καταγωγής της θα μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου θα εξοντωθεί σε ένα θάλαμο αερίων.
Η φαινομενολογία της ενσυναίσθησης
Πολλές δεκαετίες αργότερα, οι πρωτοποριακές διαισθήσεις, που τόσο πρόωρα διατύπωσε στο έργο της η Stein, θα επιβεβαιωθούν από την επιστημονική μελέτη του φαινομένου της ενσυναίσθησης, και ειδικότερα από τις σχετικές ψυχολογικές, ηθολογικές και νευροβιολογικές έρευνες.
Σε ό,τι αφορά το πεδίο των ψυχολογικών ερευνών, τα τελευταία χρόνια έγινε απολύτως σαφές ότι η ικανότητα να βιώνει κανείς σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή να «ταυτίζεται» με τις νοητικές καταστάσεις, τις υποκειμενικές εμπειρίες ή τα προσωπικά συναισθήματα των άλλων, είναι μια νοητική ικανότητα που εμφανίζεται πολύ νωρίς, ήδη από το δεύτερο ή τρίτο έτος της ζωής ενός παιδιού! Σύμφωνα με τον John Bowlby, διάσημο Βρετανό ψυχαναλυτή, αποφασιστικό ρόλο στην ανάπτυξη της ικανότητας της ενσυναίσθησης παίζει η ψυχολογική «προσκόλληση» του νεογέννητου στους γονείς του ή σε όποιον το φροντίζει καθημερινά.
Αλλά και πλήθος ηθολογικών ερευνών (η ηθολογία μελετά τις βιολογικές προϋποθέσεις και τα αίτια της συμπεριφοράς των ζωών) επιβεβαιώνουν ότι το φαινόμενο της προσκόλλησης αποτελεί τη βάση για τη μετέπειτα ανάπτυξη της ενσυναίσθησης τόσο στα ζώα όσο και στους ανθρώπους. Για παράδειγμα, έχει διαπιστωθεί ότι τα δελφίνια, οι ελέφαντες, διάφορα άλλα θηλαστικά και όλα ανεξαιρέτως τα πρωτεύοντα αποκρίνονται ενσυναισθητικά στον πόνο των άλλων, ειδικότερα όταν με αυτόν που υποφέρει υπάρχει κάποια συναισθηματική προσκόλληση, π.χ. όταν γνωρίζονται από καιρό.
Με άλλα λόγια, τόσο στους ανθρώπους όσο και στα περισσότερο εξελιγμένα ζώα, «χωρίς συναισθηματική προσκόλληση δεν υπάρχει ενσυναίσθηση», όπως υποστηρίζει ο Boris Cyrulnik, ο επιφανής ηθολόγος που διευθύνει το Κέντρο Ηθολογικών Ερευνών στην Τουλόν της Γαλλίας. Όσο λοιπόν μεγαλύτερη είναι η συναισθηματική προσέγγιση και οικειότητα τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η ενσυναισθητική απόκριση. Παράλληλα όμως, η ικανότητα εξοικείωσης και συνταύτισης με τους άλλους εξαρτάται, με τη σειρά της, σε μεγάλο βαθμό από την ενσυναισθητική μας ευαισθησία. Οπως το θέτει και ο διάσημος ψυχολόγος Daniel Coleman, «η ενσυναίσθηση οικοδομείται πάνω στην αυτεπίγνωση. Οσο περισσότερο ανοιχτοί είμαστε στις ίδιες μας τις συγκινήσεις τόσο περισσότερο ικανοί θα είμαστε στο να αντιληφθούμε τα συναισθήματα» (βλ. «Η συναισθηματική νοημοσύνη», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 148).
Πρόκειται, ωστόσο, για μια νοητική ικανότητα που, προφανώς, εξαρτάται από την οργάνωση και την πολυπλοκότητα του εγκεφάλου που την παράγει. Ομως για τα νευρωνικά ριζώματα της ενσυναίσθησης καθώς και για τις βιολογικές-κοινωνικές προϋποθέσεις αυτής της ικανότητας θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο μας σχετικά με τους «κοινωνικούς» νευρώνες-κάτοπτρα.
Σε μια εποχή κοινωνικής βαρβαρότητας όπως η σημερινή, όπου ο τυφλός οικονομικός ανταγωνισμός συνοδεύεται από τον ακραίο και ανερυθρίαστο εγωτισμό, ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ατόμων οδηγείται σε μια ναρκισσιστική ή, ακριβέστερα, αυτιστική κωφότητα απέναντι στον πόνο και τα δεινά των συνανθρώπων μας. Σήμερα, αυτή η εσωστρεφής και αυτάρεσκη αναζήτηση του «πραγματικού» μας εαυτού αποδεικνύεται ολότελα μάταιη, αφού το αίτημα της «εγωτικής αυτογνωσίας» δεν έχει κανένα απολύτως νόημα εκτός της κοινωνίας και εκτός της Ιστορίας. Αντίθετα, σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης μόνο ενισχύοντας την αλτρουιστική ενσυναίσθηση ίσως καταφέρουμε να διασφαλίσουμε το μέλλον μας ως κοινωνικών πλασμάτων.


Το σύννεφο



Μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, βγήκε ένα μικρό σύννεφο από τη θάλασσα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ελαφρύ κι ευτυχισμένο προς τον γαλάζιο ουρανό. Μακριά, μακριά, πολύ μακριά, από κάτω του, ήταν η γη ξερή από την αναβροχιά. Το συννεφάκι έβλεπε τους καημένους τους χωρικούς που δουλεύανε και σκοτώνονταν στα χωράφια τους, ενώ εκείνο ήταν εκεί επάνω αμέριμνο και άφηνε το πρωινό αεράκι να το σέρνει εδώ κι εκεί.
 «Αχ, ας μπορούσα να βοηθήσω εκείνους τούς κακόμοιρους εκεί κάτω!» έλεγε. «Ας μπορούσα να τους κάνω τη δουλειά πιο εύκολη και να δώσω να φάνε αυτοί πού πεινούν και να πιουν αυτοί πού διψούν.» Και καθώς περνούσε η μέρα και το σύννεφο μεγάλωνε, η επιθυμία του αυτή να βοηθήσει τους ανθρώπους εκεί κάτω στη γη, μεγάλωνε όλο και περισσότερο μέσα στην καρδιά του. Μα στη γη η ζέστη δυνάμωνε, οι άνθρωποι κόντευαν να πεθάνουν από το λιοπύρι, αλλά δεν παρατούσαν τη δουλειά τους γιατί ήταν πολύ φτωχοί. Πότε – πότε κοιτάζανε προς το σύννεφο.
 «Αχ, ας μπορούσε να μας βοηθήσει λίγο», έλεγαν οι ματιές τους. «Ναι, ναι, σας σάς βοηθήσω!» είπε το σύννεφο, κι άρχισε να κατεβαίνει μαλακά προς τη γη. Μα ξαφνικά του ήρθε στο νου κάτι που του είχανε πει όταν ακόμα ήταν πολύ μικρό συννεφάκι, στην αγκαλιά της θάλασσας.

 Του είχαν πει πως τα σύννεφα που πλησιάζουν τη γη πεθαίνουν. Όταν το θυμήθηκε αυτό, βαστάχτηκε για να μην πέσει περισσότερο και άρχισε να κουνιέται εδώ κι εκεί με τ’ αεράκι. Φοβήθηκε, φοβήθηκε πολύ, μα ξαφνικά στάθηκε ακίνητο και είπε με καμάρι. «Άνθρωποι, θα σας βοηθησω κι ας γίνει ότι γίνει.» Η απόφαση αυτή το έκανε ξαφνικά πολύ μεγάλο και πολύ δυνατό. Ποτέ δεν είχε φαντασθεί πως μπορούσε να γίνει τόσο μεγάλο. Σαν δυνατός παντοδύναμος άγγελος που ευλογεί, στάθηκε πάνω από τη γη κι άνοιξε τα φτερά του μεγάλα, μεγάλα απάνω από τα χωράφια και από τα δάση. Και ήταν τόσο μεγάλο και είχε τέτοια μεγαλοπρέπεια που οι άνθρωποι το κοιτάζανε με θαυμασμό. Τα δέντρα έγερναν τα κλαδιά τους μπροστά του και τα φυτά έγερναν τα φύλλα τους, κι όλοι το περιμένανε με λαχτάρα.

 «Πάρτε με!» είπε το σύννεφο. «Σας δίνω τη ζωή μου!» Καθώς είπε αυτές τις λέξεις ένα δυνατό φως έλαμψε μέσα στην καρδιά του. Ακούστηκε μια δυνατή βροντή και το σύννεφο αισθάνθηκε μια τέτοια αγάπη και συμπόνια για τους ανθρώπους που κατεβαίνοντας ακόμα πιο χαμηλά έστειλε όλη του τη ζωή σε μια ευλογημένη δροσιστική βροχή, που πότισε γενναιόδωρα την διψασμένη γη. Όμως το σύννεφο με τη βροχή διαλύθηκαν σιγά – σιγά και πέσανε. Οι άνθρωποι, τα ζώα και τα φυτά πού είχαν ξεδιψάσει και ξαναζήσει, κοιτάζανε με ευγνωμοσύνη το ουράνιο τόξο πού άπλωνε τα ωραία του χρώματα απ’ το ένα μέρος του ουρανού ως το άλλο, δίχως να ξέρουν ότι αυτό ήτανε ο τελευταίος χαιρετισμός μιας αυτοθυσίας και μιας μεγάλης αγάπης.

 Ισπανικός μύθος




ΠΗΓΗ...http://ithaque.gr

"Το νόημα της ζωής" Λέων Τολστόι



Ας φανταστούμε ένα δήμιο, ο οποίος έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του βασανίζοντας ανθρώπους και κόβοντας κεφάλια, ή έναν απελπισμένο μέθυσο, ή έναν τρελό που έχει περάσει ολόκληρη τη ζωή του σ” ένα σκοτεινό δωμάτιο το οποίο απεχθάνεται αλλά φαντάζεται ότι θα πεθάνει αν το εγκαταλείψει.
 Ας φανταστούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι αναρωτιούνται: «Τι είναι ζωή;» Προφανώς, η μόνη απάντηση που μπορούν να δώσουν είναι ότι η ζωή είναι το μεγαλύτερο απ” όλα τα κακά. Η απάντηση του τρελού θα είναι απολύτως σωστή, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά στον εαυτό του. Να υποθέσουμε ότι κι εγώ είμαι τρελός; Να υποθέσουμε ότι όλοι εμείς που είμαστε πλούσιοι και μορφωμένοι είμαστε τρελοί; Και συνειδητοποίησα ότι είμαστε πράγματι τρελοί. Εγώ πάντως ήμουν.
 Είναι αλήθεια ότι το πουλί δημιουργήθηκε για να μπορεί να πετάει, να μαζεύει τροφή και να φτιάχνει τη φωλιά του και όταν βλέπω ένα πουλί να κάνει αυτά τα πράγματα, ευφραίνεται η καρδιά μου. Τα κατσίκια, οι λαγοί και οι λύκοι δημιουργήθηκαν για να τρώνε, να πολλαπλασιάζονται και να ταΐζουν τις οικογένειές τους και όταν τα κάνουν αυτά είμαι απόλυτα σίγουρος ότι είναι ευτυχισμένα και οι ζωές τους έχουν νόημα.
 Τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος; Αυτό που πρέπει να κάνει είναι να εργαστεί για την ύπαρξή του όπως τα ζώα με τη διαφορά ότι αυτός, εάν το κάνει μόνος του, θα αφανιστεί, δεδομένου ότι πρέπει να εργαστεί για την ύπαρξη όχι μόνο τη δική του, αλλά όλων.

 Και όταν το κάνει αυτό, είμαι απόλυτα σίγουρος ότι θα είναι ευτυχισμένος και ότι η ζωή του θα έχει νόημα.

Λέων Τολστόι

Pastry Designs: Προφιτερόλ με σος σοκολάτα gianduja



Προφιτερόλ με σος σοκολάτα gianduja

Υλικά:
Για τα σου:
125 γρ. γάλα φρέσκο πλήρες
125 γρ. νερό
110 γρ. βούτυρο αγελάδος τεμαχισμένο
1 κουτ. γλυκού αλάτι
1 κουτ. γλυκού ζάχαρη
140 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
5 αυγά μεσαίου μεγέθους

Για την κρέμα:
500 γρ. γάλα φρέσκο πλήρες
80 γρ. ζάχαρη
1 αυγό μεσαίου μεγέθους
3 κρόκοι αυγών
30 γρ. κορν φλάουρ
1 βανιλίνη 

Για τη σος:
500 γρ. Nestle Desserts Πραλίνα(τεμαχισμένη σε μικρά κομμάτια)
400 γρ. γάλα φρέσκο πλήρες

https://www.youtube.com/channel/UCvFWP0O2V96YfJaJqlGhSLA

Πρόμαχοι. Σάββατο 2 Ιουλίου 2016


Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι κόκκινο σαν ήλιος
θα καίει σαν φωτιά.
Κίτρινο σαν το φεγγάρι
θα `χει μοναξιά.

Να `χει τ' ουρανού το χρώμα
θα `ναι μακριά.
Να `ναι μαύρο σαν τη νύχτα
θα `ναι πονηρή.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;

Να `ναι άσπρο συννεφάκι
φεύγει και περνά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.
Να `ναι άσπρο γιασεμάκι
στον ανθό χαλά.

Να `ναι το ουράνιο τόξο
που δεν πιάνεται
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.
Όλο φαίνεται πως φτάνω
κι όλο χάνεται.

Ποιο το χρώμα της αγάπης
ποιος θα μου το βρει;






ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...