Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

"Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις"



"Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις. Πως έζησες.

Βγες έξω, διασκέδασε σαν τους πολλούς, άκου τα τραγούδια που θα’ χεις ξεχάσει πριν ακουστεί το επόμενο, πες πως περνάς καλά, άκου τις πληκτικές ιστορίες των άλλων με το μυαλό σου στην αυριανή σου εκδρομή.

Διαβεβαίωσε τους γύρω σου πως παραμένεις νέος, τόσο ώριμος μα και τόσο νέος, οι άλλοι γερνάνε, εσύ απλά ωριμάζεις, τα γηρατειά είναι αρρώστια άλλων, πείσε τους πως εσύ δεν γερνάς, εσύ περνάς πολύ καλά για να γερνάς, παραμένεις νέος, μα τόσο νέος.

Σήκωσε το ακουστικό, κάλεσε τον πρώτο αριθμό που θεωρείς διαθέσιμο, γίνετε δυο, τρεις, γίνετε χίλιοι δεκατρείς, απόψε, τα βράδια του καλοκαιριού πρέπει να διασκεδάζεις με χίλιους δεκατρείς, να βρίσκεσαι ανάμεσά τους, δίπλα τους, να διασκεδάζεις μαζί τους, εξαιτίας τους, τόσο αδιάφορα, τόσο περιττά, τόσο ξένα δίπλα τους.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Μίλα βιαστικά για όσα κατόρθωσες σήμερα, στις βιαστικές συναλλαγές σου, για το εύκολο ωράριο, για την ανέξοδη επαφή σου με τους ανθρώπους. Υπήρξες και σήμερα τόσο καλός, τόσο γενναιόδωρος, τόσο σοφότερος, τόσο πιο ψηλά από την μετριότητα και το τέλμα των πολλών, τόσο αξιαγάπητος, τόσο δραστήριος, τόσο αισιόδοξος.

Ναι, θα μπορούσες απόψε να σώσεις όλο τον κόσμο. Αρκεί να σε έβλεπαν όλοι. Οι γύρω σου κι απόψε σε έχουν όλοι ανάγκη, κρατάνε τα καλά τους λόγια για να τ’ ακούσεις, δε μετράνε το χρόνο, το κέντρο του κόσμου τους, του κόσμου όλου είσαι μόνον εσύ.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Κάλεσε το ταίρι σου, πες του να έρθει να σε πάρει με το αμάξι, πρέπει να πάτε παραλιακή, να βρείτε τους χίλιους δεκατρείς, πρέπει να δουν όλοι τα νέα πανάκριβα ρούχα σου, τι θα’ σουν δίχως αυτά, τι θα’ σουν δίχως τα βλέμματά τους πάνω σου, τον θαυμασμό τους, τα τόσο όμορφα πανάκριβα ρούχα πάνω στην τόσο φτηνή ζωή σου.

Καθίστε μαζί, φίλησέ τον/την κάθε τρία και σαράντα δύο, τρυφερά όπως στις διαφημίσεις, ψιθύρισέ του κάτι στο αυτί, χαμογέλασε για λίγο, ξαναγύρνα στη θέση σου, κάνε πως γελάς, πως διασκεδάζεις, πιες αργά το campari σου, ρίξε μια ματιά στα βλέμματα των θαυμαστών σου, πέρασαν τα τρία και σαράντα δύο πρέπει να τον/την ξαναφιλήσεις. Συνέχισε έτσι, πρέπει να μείνετε εδώ ως τις τρεις και δεκαεπτά ακριβώς, λίγο πριν αρχίσουν να αραιώνουν οι θαυμαστές.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Ρώτα τον εαυτό σου αν νιώθεις χαρούμενος και ό,τι κι αν σου πει εσύ άκουσε μόνο το ναι. Γράψε ένα σύντομο μήνυμα στο ταίρι σου πως και απόψε σου χάρισε τον Παράδεισο στο πιο in στέκι της παραλιακής, γράψε στη σελίδα σου στο facebook πως κι απόψε υπήρξες ζωντανός, πες το δυνατά να το ακούσουν όλοι, πιο δυνατά, μπας κι ακουστεί το ερωτηματικό στο τέλος κάθε σου σκέψης.

Πρέπει όλοι να πειστούν, με φωτογραφίες, με λόγια, με εικόνες, με σχόλια πρέπει όλοι να πειστούν πως κι απόψε υπήρξες ζωντανός. Η ευτυχία κι απόψε κυλά ανάμεσα στα σκέλια σου, κυλά στα καλώδια του διαδικτύου που μεταφέρουν επευφημίες θαυμαστών σου, κυλά ανάμεσα στα χιλιοειπωμένα λόγια που θες να σου πουν ποιος είσαι, κυλά ανάμεσα από τα χέρια σου, σαν το νερό. Σαν το χρόνο.

Προσποιήσου και απόψε πως ζεις. Γύρνα αργά στο σπίτι, πλημμυρισμένος από ευτυχία, από σιγουριά πως κι απόψε τους έπεισες όλους, πλημμυρισμένος από βεβαιότητα πως επιτέλους κι απόψε αξίζει να κοιμηθείς με γαλήνη.

Ονειρέψου τη ζωή που δεν έζησες, θα είναι όνειρο αύριο, κλείσε τη μέρα σου με την αγωνία για τα αυριανά σου ψώνια, με τον προγραμματισμό για την αυτοεπιβεβαίωση που χρειάζεσαι, με το παράπονο για το πήδημα που δεν πρόλαβες απόψε, με την πρόβα του «σ’ αγαπώ» που κι αύριο πρέπει να ακούγεται πειστικό, πρώτα για σένα, κλείσε τη μέρα σου με την επιβεβαίωση πως ναι, κι απόψε έζησες.

Προσποιήσου κι απόψε πως ζεις. Οι άλλοι όλοι δεν ξέρουν τίποτα."





"5ο Φράγμα Πάρτυ" - Η αφίσα.


Τζιτζίκι -τζατζίκι


-Τί είναι αυτό;
-Ποιό μωρό μου;
-Αυτό. Που κάνει έτσι!
-Πως έτσι;
-Τζζζζ...
-Αααα! Αυτό είναι τζιτζίκι!
-Τζατζίκι!
-Όχι τζατζίκι μωρό μου. Τζιτζίκι.
Δίχρονη το πολύ η μικρή, στρουμπουλή και τσαχπίνα, από ώρα τριγύριζε με αβέβαια τραμπαλιστά βήματα στην άμμο και κοίταζε ψηλά προσπαθώντας να καταλάβει τί ήταν αυτός ο ήχος που έβγαζε το αλμυρίκι. Άρχισε ο πατέρας της να της εξηγεί, ότι μοιάζουν αυτές οι λέξεις, αλλά είναι άλλο το “τζα-τζί-κι” -αυτό το τρώμε και είναι άσπρο, δροσερό και γίνεται από γιαούρτι- και άλλο, το“τζι-τζί-κι” , είναι έντομο, όπως οι μέλισσες κι οι πεταλούδες. Τον άκουγε προσεκτικά, έκπληκτη που δυο λέξεις τόσο όμοιες, ήταν για τόσο διαφορετικά πράγματα και μια κοίταζε ψηλά, μια τον πατέρα της.

Κι ενώ φάνηκε να έχει καταλάβει τη διαφορά, τού ζήτησε πονηρά “Κατέβασέ το, το τζατζίκι” επιμένοντας στο λάθος. Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, έψαξε για λίγο το αλμυρίκι κι όταν εντόπισε ένα τζίτζικα, τεντώθηκε, τον έπιασε απαλά και έσκυψε για να της τον δείξει. Εκείνη πλησίασε άφοβα το έντομο και το κοίταξε προσεκτικά. Τότε της είπε να βάλει το δάχτυλό της κάτω, “Να εδώ, στα ποδαράκια του”. Το έβαλε θαρρετά, μα το τράβηξε αμέσως. “Σε γαργαλάει;” τη ρώτησε κι εκείνη έγνεψε “ναι” αλλά αμέσως το ξαναπειχείρησε. Ο τζίτζικας έκανε βήματα στον αέρα και πάνω στο απλωμένο δαχτυλάκι, τη γαργαλούσε, εκείνη τού έλεγε και τού ξανάλεγε γλυκά “τζιτζίκι -τζατζίκι” και γελούσε κι από το γαργάλημα κι από το αστείο της.



Μετά από λίγο ο πατέρας, της είπε ότι πρέπει να βάλουν το τζιτζίκι πάλι στο δέντρο γιατί “θα το ψάχνουν οι δικοί του” κι εκείνη συμφώνησε αμέσως κουνώντας το κεφάλι της καταφατικά. Ο πατέρας τεντώθηκε πάλι και ακούμπησε τον τζίτζικα προσεκτικά ακριβώς στο ίδιο κλαδί, στο ίδιο σημείο από όπου τον είχε πάρει, ενώ η μικρή κουνούσε το χέρι της αποχαιρετώντας τον.


Έπειτα, κάθισε ήσυχα στην άμμο, αλλά πότε κοίταζε ψηλά στο αλμυρίκι, πότε κάτω, το γαργαλημένο της δαχτυλάκι και μονολογούσε τραγουδιστά, “τζιτζίκι -τζατζίκι, τζιτζίκι -τζατζίκι”. Και γελούσε καθώς τα αλλεπάλληλα “τζ” της συναγωνίζονταν τα ασταμάτητα"τζ" των τζιτζικιών-τζατζικιών.  







"Τα χέρια" Γιώργος Σεφέρης



Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο...

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕνα μεγάλον ἴσκιο
τὸ χρῶμα τῆς αὐγῆς τὸ αἰσθάνομαι στὰ δάχτυλά σου.

Ξέχασε τὸ ψέμα ποὺ σὲ βοήθησε νὰ ζήσεις
γύμνωσε τὰ πόδια σου, γύμνωσε τὰ μάτια σου,

μᾶς μένουν λίγα πράγματα ὅταν γυμνωθοῦμε
ἀλλὰ τὰ βλέπουμε στὸ τέλος πιστά.

Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ᾿ ἕνα μονοπάτι,
τ᾿ αὐλάκια χαλασμένα δεξιὰ κι ἀριστερά, στὴν ἄκρη
τὸ σπίτι μὲ γυαλιὰ ποὺ τὸ χτυπάει ὁ ἥλιος, ἄδειο.

Σκέφτηκα τὰ δάχτυλά σου νὰ χτυποῦν τὰ τζάμια
σκέφτηκα τὴν καρδιά σου νὰ χτυπᾷ πίσω ἀπ᾿ τὰ τζάμια

καὶ πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν ἕναν ἄνθρωπο
ποῦ δὲν τὰ ξεπερνᾷ.

Δὲν ξέρεις τίποτα γιατὶ κοίταξες τὸν ἥλιο.
Τὸ αἷμα σου στάλαξε στὰ μαῦρα φύλλα τῆς δάφνης

τ᾿ ἀηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στὸ φεγγάρι
καὶ στὸ ποτάμι τό ῾συρα κι ἔβαψε τὸ ποτάμι.

Συλλογίζομαι, ὅταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
τὶς φλέβες μου καὶ τὸ μυστήριο τῶν χεριῶν σου ποὺ ὁδηγοῦν

κατεβαίνοντας προσεχτικὰ σκαλοπάτι τὸ σκαλοπάτι.
Τὰ μάτια ἂν κλείσω βρίσκομαι σ᾿ ἕναν μεγάλο κῆπο.






"Μια μέρα όμως γεννιέται το γιατί κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση" Άλμπερτ Καμύ



Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα...

ΑΚΟΜΑ ΚΙ Η ΣΚΕΨΗ, ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΤΡΟΠΟ, με πείθει πως αυτός ο κόσμος είναι παράλογος. Η καθαρή λογική, σ’ αντίθεση με το παράλογο, ισχυρίστηκε πως το κάθε τι είναι σαφές. Ευχόμουν το δίκιο της αλλά μάταια περίμενα αποδείξεις.

Έπειτα από τόσους αιώνες αναζητήσεων και τόσους εκφραστικούς και πειστικούς ανθρώπους, ξέρω πως αυτό είναι λάθος. Σ’ αυτό το πεδίο τουλάχιστον, αφού δεν μπορώ να μάθω, δεν υπάρχει ευτυχία.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΟΓΙΚΗ, ΠΡΑΚΤΙΚΗ, ΗΘΙΚΗ, Η ΑΙΤΙΟΚΡΑΤΙΑ, οι θεωρίες που εξηγούν τα πάντα κάνουν τον συνεπή με τον εαυτό του άνθρωπο να γελά. Δεν έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα.

Αρνούνται να δεχτούν την ουσιαστική του αλήθεια -το ότι είναι δέσμιο. Μέσα σ’ αυτό το ανεξήγητο και περιορισμένο σύμπαν, το πεπρωμένο του ανθρώπου παίρνει λοιπόν το νόημά του.

ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΑΠΟ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΥΨΩΝΕΤΑΙ και περικυκλώνει τον άνθρωπο ως το τέλος. Απ’ τη στιγμή που θ’ αποφασίσει να βλέπει σωστά, διακρίνει κι αισθάνεται το συναίσθημα του παράλογου. Έλεγα πως ο κόσμος είναι παράλογος και προχωρούσα πολύ γρήγορα.

Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παράλογο είναι το χάσμα ανάμεσα στο ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια. Το παράλογο ισχύει και για τον άνθρωπο και για τον κόσμο. Για την ώρα είναι το μόνο που τους συνδέει.

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ αρχίζουν κάπως αστεία. Τα μεγάλα έργα γεννιούνται συχνά στη στροφή κάποιου δρόμου ή στο καθάρισμα ενός καφενείου. Έτσι και με το παράλογο. Περισσότερο από κάθε άλλον, ο παράλογος κόσμος έχει τις ρίζες του σ’ αυτή την άθλια γέννηση.

ΟΤΑΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ που αφορά στις σκέψεις σου, απαντάς «τίποτε», ίσως να προσποιείσαι.Οι αγαπημένες υπάρξεις το ξέρουν καλά.

Αν όμως αυτή η απάντηση είναι ειλικρινής, αν εκφράζει αυτό το μοναδικό ψυχικό συναίσθημα της σιωπηλής ευγλωττίας που σπάζει την αλυσίδα των καθημερινών χειρονομιών ενώ η καρδιά ψάχνει μάταια να βρει τον κρίκο που θα την ξανασυνδέσει, τότε αυτό φαίνεται πως είναι το πρώτο σημάδι του παραλογισμού.

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΤΑ ΣΚΗΝΙΚΑ ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΝ. Ξύπνημα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, γεύμα, συγκοινωνία, τέσσερις ώρες δουλειά, φαγητό, ύπνος και Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο, αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται εύκολα στον ίδιο ρυθμό τον περισσότερο καιρό. Μια μέρα όμως γεννιέται το «γιατί» κι όλα αρχίζουν σ’ αυτή την πληκτική κούραση. «Αρχίζουν», αυτό είναι ενδιαφέρον.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ έρχεται η κούραση, την ίδια όμως στιγμή βάζει σε κίνηση τη συνείδηση. Τη σηκώνει απ’ τον ύπνο και προξενεί τη συνέχεια. Η συνέχεια είναι η ασυνείδητη επιστροφή στην αλυσίδα ή η οριστική αφύπνιση.

Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό: αυτοκτονία ή αναθεώρηση. Η κούραση κλείνει μέσα της κάτι το αποκαρδιωτικό. Εδώ, είμαι υποχρεωμένος να πω πως είναι καλή. Γιατί με τη συνείδηση αρχίζουν όλα και μονάχα αυτή αξίζει.

ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΥΤΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ. Είναι όμως φανερές: κι αυτό φτάνει γιατί μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε καθολικά το παράλογο στις πηγές του. Με το «ενδιαφέρον» αρχίζουν όλα.


Απόσπασμα από το βιβλίο του Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σισύφου, εκδόσεις Καστανιώτη.

Ο Αλμπέρ Καμύ (7 Νοεμβρίου 1913-4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά του έργα, περιλαμβάνονται τα μυθιστορήματα Ο Ξένος και Η Πανούκλα, τα θεατρικά Καλλιγούλας και Οι Δίκαιοι, αλλά και τα φιλοσοφικά  δοκίμια Ο Μύθος του Σισύφου και Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος. Το 1957 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.






Πηγή: doctv.gr

"Η ψευδαίσθηση" - Χόρχε Μπουκάι



Ήταν μια φορά ένας αγρότης χοντρός και άσχημος που είχε ερωτευτεί (φυσικά!) μια πριγκίπισσα ξανθιά και πανέμορφη ...

Μια μέρα, η πριγκίπισσα -κανείς δεν ξέρει γιατί- έδωσε ένα φιλί στον χοντρό και άσχημο αγρότη… και, ως διά μαγείας, αυτός μεταμορφώθηκε σ' έναν κομψό και λυγερόκορμο πρίγκηπα.

(Τουλάχιστον, έτσι τον έβλεπε αυτή…)

(Τουλάχιστον, έτσι αισθανόταν αυτός…)





Πηγή : ithaque.gr

Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο - Χ Λ Μπόρχες

.
.
3. Δυστυχισμένοι οι πτωχοί τω πνεύματι, γιατί έτσι όπως ήταν πάνω στη γη θα είναι και κάτω απ' τη γη.
4. Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απέκτησαν τη θλιβερή συνήθεια του θρήνου.
5. Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.
6. Δεν αρκεί να ‘σαι ο έσχατος για να γίνεις κάποια μέρα ο πρώτος.
7. Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει ή έχουν όλοι.
8. Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκείνος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτό του.
9. Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δε θα καταδεχτούν τη διχόνοια.
10. Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο της τύχης, της ανεξιχνίαστης.
11. Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους θα είναι να ελεούν κι όχι να περιμένουν την ανταπόδοση.
12. Ευλογημένοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί βλέπουν το Θεό.

13. Ευλογημένοι όσοι καταδιώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ' ό,τι η ανθρώπινη μοίρα τους.
14. Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρχει που να μην ήταν σε κάποια στιγμή της ζωής του.
15. Ν' ανάβει το φως του λυχναριού κι ας μην το βλέπει κανένας. Θα το δει ο Θεός.
16. Δεν υπάρχει εντολή που να μην παραβαίνεται, ακόμα και αυτά που λέω, κι αυτά που λένε οι προφήτες.
17. Εκείνος που σκοτώνει κινημένος απ' το δίκιο, ή από κείνο που πιστεύει για δίκιο, δεν είναι ένοχος.
18. Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε για την κόλαση ούτε για τους ουρανούς.
19. Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος σου δε θα σε ικανοποιήσει περισσότερο απ' όσο η γαλήνη σου.
20. Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσε το- είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να καθορίσεις το όρια που τα διαχωρίζει.
24. Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας· δεν υπάρχει άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα, να μην είπε ψέματα φορές πολλές, έχοντας κάθε δίκιο.
25. Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.

26. Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Σ' αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, μπορείς να του γυρίσεις και το άλλο, φτάνει να μην είναι ο φόβος που σ' το γυρίζει.
27. Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση, ούτε για συγγνώμη· η λησμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγγνώμη.
28. Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου, μπορεί να είναι πράξη δικαιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, δεν είναι πράξη ανθρώπου, αλλά πράξη αγγέλου.
29. Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.
30. Να μη μαζεύεις πλούτη εδώ στη γη, γιατί τα πλούτη γεννούν την απραξία, κι η απραξία τη θλίψη και την ανία.
31. Σκέψου ότι οι άλλοι είναι δίκαιοι, ή ότι θα μπορούσαν να είναι και πως, αν αυτό δεν ισχύει, το λάθος δεν είναι δικό σου.
32. Ο θεός είναι πιο γενναιόδωρος από τους ανθρώπους, και θα τους μετρήσει με άλλα μέτρα.
33. Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου στους χοίρους˙ αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.
34. Ψάχνε, μόνο για να 'χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη χαρά πως βρίσκεις...
35. Η πύλη είναι εκείνη που διαλέγει, όχι ο άνθρωπος.

36. Μην κρίνεις το δέντρο από τους καρπούς του, ούτε τον άνθρωπο από τα έργα του· μπορούσαν να 'ναι και καλύτερα ή χειρότερα.
41. Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα να 'τανε η άμμος πέτρα...
47. Ευτυχισμένος όποιος είναι φτωχός δίχως πίκρα και όποιος είναι πλούσιος δίχως αλαζονεία.
48. Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο τρόπο τη συμφορά ή τις δάφνες.
49. Ευτυχισμένοι όσοι συγκρατούν στη μνήμη τους λόγια του Βιργιλίου ή του Χριστού, γιατί τα λόγια αυτά θα φωτίζουν τη ζωή τους.
50. Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη.
51. Ευτυχισμένοι οι ευτυχισμένοι.


Από το βιβλίο: 
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Δημήτρης Καλοκύρης, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2006




 Πηγή : e-keimena.gr 

"Το τελευταίο όνειρο της γριάς βελανιδιάς" Χανς Κρίστιαν Άντερσεν



Στο δάσος, ψηλά στην απότομη ακτή, αντίκρυ στο ανοιχτό πέλαγος, έστεκε μια πολύ γριά βελανιδιά. Ήταν ακριβώς τριακοσίων εξή­ντα πέντε ετών, μα για το δένδρο, όλος αυ­τός ο καιρός δεν ήταν παρά μόνο μερικές δικές μας μέρες.

Εμείς είμαστε ξύπνιοι τη μέρα και κοιμόμα­στε τη νύχτα και τότε βλέπουμε τα όνειρά μας. Το δένδρο είναι ξύπνιο τρεις ολόκληρες εποχές και κοιμάται μόνο σαν έρχεται o χειμώνας. Ο χειμώ­νας είναι η νύχτα της – ύστερα από μια ατέλειωτη μέρα που τη λένε άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπω­ρο.

Πολλά ζεστά καλοκαιρινά πρωινά, τα Εφήμερα, αυτές οι μυγούλες που ζουν μονάχα μια μέρα, χόρευαν ολόγυρα στην κορφή της, χαρούμενα κι ευτυ­χισμένα, και ύστερα ακουμπούσαν για μια στιγμή σε κάποιο δροσερό, πράσινο φύλλο της Βελανι­διάς.

Και τότε η Βελανιδιά έλεγε: «Καημένη μυγούλα! Ολόκληρη η ζωή σου είναι μια μέρα! Πόσο σύντομη είναι και πόσο θλιβερή!» «Θλιβερή! Γιατί το λες αυτό;» απαντούσε τότε το Εφήμερο. «’Όλα γύρω μου είναι πλημμυρισμένα από φως, ζεστασιά και ομορφιά, κι εγώ είμαι πολύ ευτυχισμένο!» ,«’Όμως κρατούν μια μονάχα μέρα, κι ύστερα χά­νονται!» «Χάνονται!» είπε το Εφήμερο.

«Τι θα πει χάνο­νται; Χάνεσαι κι εσύ;» «’Όχι. Εγώ θα ζήσω ίσως χιλιάδες δικές σου μέ­ρες, και η δική μου η μέρα κρατάει ολόκληρες επο­χές. Είναι τόσο μεγάλη, που είναι αδύνατο να το καταλάβεις».

«’Όχι; Τότε δεν σε καταλαβαίνω κι εσένα. Λες πως έχεις χιλιάδες δικές μου μέρες μα έχω κι εγώ χιλιάδες στιγμές για να 'μαι χαρούμενο κι ευτυχι­σμένο. Θα σβήσει όλη η ομορφιά αυτού του κόσμου όταν πεθάνεις;» «’Όχι», αποκρίθηκε το δένδρο. «Θα κρατήσει πολύ ακόμα, πολύ περισσότερο ίσως απ' όσο μπορώ να λογαριάσω. «Τότε λοιπόν η ζωή μας κρατάει το ίδιο, μόνο που εμείς τη μετράμε διαφορετικά».

Και το Εφήμερο χόρευε και πετούσε στον αέρα, με τα ντελικάτα φτεράκια του -όλο τούλι και βελούδο- και χαιρόταν τον ήλιο, και χαιρόταν τη μυ­ρωμένη αύρα, φορτωμένη από τις μοσχοβολιές των λιβαδιών, της αγριοτριανταφυλλιάς, των λουλου­διών του κήπου, του θυμαριού, του δυόσμου και της μαργαρίτας.

Και όλες αυτές οι ευωδιές ήταν τόσο δυνατές, που το μικρό Εφήμερο ήταν σχεδόν μεθυσμένο. Η μέρα ήταν ατέλειωτη και πανέμορ­φη, γεμάτη χαρά και Γλυκύτητα, και όταν ο ήλιος βασίλευε, η μυγούλα ένιωθε μια μακάρια κούραση από όλη αυτή τη χαρά και την ευτυχία.

Τα ντελικάτα φτερά δεν άντεχαν πια να την κρατούν, και ήρεμα και μαλακά κατέβαινε στο απαλό χορταράκι, κου­νούσε το κεφαλάκι της σαν ν' αποχαιρετούσε, αποκοιμιόταν και πέθαινε. «Καημένο μικρό Εφήμερο!» έλεγε η Βελανιδιά. «Τι σύντομη που ήταν η ζωή του!»

Και κάθε καλοκαίρι ξαναρχίζει ο ίδιος χορός, οι ίδιες ερωτήσεις και απαντήσεις, και ο ίδιος ύπνος. Γενιές ολόκληρες Εφήµερα περνούσαν και όλα έ­νιωθαν την ίδια ευτυχία και την ίδια χαρά. Η Βελα­νιδιά είχε περάσει ξύπνια το πρωινό της άνοιξης, το µεσηµέρι του καλοκαιριού, και το δειλινό του φθινoπώρoυ, και να τώρα που η νύχτα της σίµωνε γοργά. Ο χειµώνας έφτανε.

Οι καταιγίδες είχαν κιόλας αρχίσει να της τραγουδούν την καληνύχτα τους. Τα φύλλα της έπεφταν ένα ένα. «Θα σε κουνήσουµε και θα σε νανουρίσουµε! Κοιµήσου, κοιµήσου! Σου τραγουδάµε για να κοι­µηθείς, σε κουνάµε για να κοιµηθείς, µα τα γέρικα κλαδιά σου χαίρονται, στ' αλήθεια, λες και τρίζουν από την αγαλλίαση!

Κοιµήσου γλυκά, κοιµήσου ήσυχα! Είναι η τριακοστή εξηκοστή πέµπτη νύχτα σου. Είσαι ακόµα πολύ νέα! Κοιµήσου γλυκά, κοι­µήσου ευτυχισµένα! Τα σύννεφα σκόρπισαν στο χώµα το χιόνι τους, που θα σκεπάσει, σαν ζεστή πουπουλένια κουβέρτα, τα πόδια σου. Καλόν ύπνο και όνειρα γλυκά!»

Και η Βελανιδιά, γυµνή τώρα από φύλλα, ήταν έτοιµη ν' αποκοιµηθεί για τη χειµωνιάτικη νύχτα της, και να ονειρευτεί ένα σωρό όνειρα, όλα σχετι­κά µε κάτι που της είχε συµβεί, όπως ακριβώς κι εµείς οι άνθρωποι. Η ψηλή Βελανιδιά ήταν κάποτε κι αυτή µικρού­λα – η πρώτη της κούνια ήταν ένα βελανίδι.

Τώρα -όπως λέµε εµείς οι άνθρωποι- ζούσε τον τέταρτο αιώνα της. Ήταν το πιο ψηλό και το πιο όµορφο δένδρο µέσα στο δάσος. Η κορφή της πύργωνε πολύ ψηλότερα απ' όλα τα άλλα δένδρα και φαινό­ταν µακριά από το πέλαγος, έτσι που οι ναυτικοί την είχαν για σηµάδι.

Το δένδρο φυσικά δεν είχε ιδέα πόσα µάτια έψαχναν µε λαχτάρα να το ξεχω­ρίσουν. Ψηλά ψηλά στα κλαδιά της έπλεκε τη φωλιά του το αγριοπερίστερο, και ο κούκος κοντοστεκό­ταν εκεί για να πει το τραγούδι του.

Το φθινόπω­ρο, τότε που τα φύλλα της έµοιαζαν σαν λεπτές φλούδες από χαλκό, τα περαστικά πουλιά έστεκαν λίγο να ξεκουραστούν, πριν πετάξουν για το µα­κρινό τους ταξίδι πάνω από τη θάλασσα. Μα τώρα ήταν χειµώνας και το δένδρο απόµενε γυµνό από φύλλα, κι όλοι µπορούσαν πια να δουν πόσο ξερά και σκεβρωµένα ήταν τα κλαδιά του καθώς υψώνο­νταν στον ουρανό.

Κουρούνες και κοράκια κούρ­νιαζαν τώρα εκεί και κουβέντιαζαν για την άσχηµη εποχή που άρχιζε και πόσο δύσκολο θα τους ήταν να βρίσκουν τροφή το χειµώνα. Και ακριβώς την άγια νύχτα των Χριστουγέννων ονειρεύτηκε η Βελανιδιά το πιο θαυµαστό της όνειρο.

Το δένδρο ένιωθε κάπως αόριστα τη γιορτάσι­µη νύχτα· θαρρούσε κιόλας πως άκουγε τις καµπά­νες να σηµαίνουν στις γύρω εκκλησιές. Κι όµως, του φαινόταν πως ήταν µια όµορφη, χλιαρή, καλο­καιριάτικη µέρα. Τα δυνατά κλωνάρια του καµάρω­ναν µε τη φουντωτή, καταπράσινη φορεσιά τους, ο αέρας µοσχοβολούσε από τις ευωδιές των λουλου­διών και του νιόβλαστου χορταριού και χαρούµε­νες πεταλούδες κυνηγιόνταν γύρω του.

Τα Εφήµε­ρα χόρευαν, λες κι ο κόσµος όλος είχε πλαστεί µόνο και µόνο για να χορεύουν και να χαίρονται εκείνα. Όλα όσα είχε δει κι ακούσει χρόνια και χρόνια το δένδρο, όλα όσα είχαν συµβεί κοντά του, άρχισαν να περνούν µπροστά του σε µια γιορταστική παρέ­λαση.

Είδε τους ιππότες του παλιού καιρού, καβά­λα στα ευγενικά άλογά τους, µε τα φτερά στα καπέ­λα και τα γεράκια στους ώµους, να συντροφεύουν όµορφες αρχόντισσες. Άκουσε πάλι το κυνηγετικό βούκινο και τα λαγωνικά που αλυχτούσαν.

Είδε πολεµιστές του εχθρού, µε χρωµατιστούς θώρακες και αστραφτερά όπλα, κοντάρια µυτερά και βαριά σπαθιά, να στήνουν τις σκηνές τους και να τις ξανα σηκώνουν. Οι φωτιές των φρουρών άναψαν πάλι, και άνθρωποι τραγούδησαν και κοιµήθηκαν στη σκιά του δένδρου.

Είδε αγαπηµένους να έρχονται, ευτυχισµένοι, µε το φεγγαρόφωτο, και να σκαλί­ζ0υν τα ονόµατά τους στη σταχτοπράσινη φλούδα του κορµού του. Κάποτε -ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε- χαρούµενοι τσιγγάνοι είχαν κρεµάσει στα χαµηλότερα κλαδιά του φλο­γέρες και λαούτα. Να που και τώρα τα έβλεπε πάλι στην ίδια θέση, και ξανάκουγε τη γλυκιά, απαλή µουσική τους.

Τα αγριοπερίστερα έκραζαν τα ταί­ρια τους, σαν να ξεχείλιζαν από ευτυχία, και ο κού­κος µετρούσε, µε το µονότονο λάληµά του, πόσα όµορφα καλοκαίρια είχε να ζήσει ακόµα το δένδρο. Ύστερα του φάνηκε πως µια καινούργια ζωή κυ­λούσε ως τις πιο βαθιές του ρίζες, και ξανανέβαινε γοργά ως τα ψηλότερα κλαδιά του, ως την άκρη του κάθε του φύλλου.
Το δένδρο ένιωσε σαν να ψήλωνε και να φούντωνε και οι ρίζες του πίστεψαν πως ακόµα και το χώµα γύρω τους είχε πάρει ζωή. Πληµµύρισε καινούργια δύναµη, η φυλλωσιά του πρασίνισε ακόµα περισσότερο και ο χυµός του κυ­κλοφορούσε ακόµα πιο γοργός και πιο πλούσιος στις δένδρινες φλέβες του. Και όσο τα κλωνάρια του απλώνονταν και ψήλωναν, τόσο η ευτυχία του ξεχείλιζε και άρχισε να ελπίζει πως κάποια µέρα θα έφτανε ως τον ζεστό, λαµπρό ήλιο.

Είχε κιόλας ανέβει πάνω από τα σύννεφα, που τώρα περνούσαν κάτω από την κορυφή του, σαν σκοτεινά κοπάδια διαβατάρικα πουλιά, ή σαν µε­γάλοι κάτασπροι κύκνοι. Και κάθε φύλλο του δέν­δρου έβλεπε τώρα, σαν να' χε δικά του µάτια. Τ' αστέρια φαίνονταν πιο φωτεινά και πιο µεγάλα.

Σπίθιζαν σαν ξάστερα, καλοσυνάτα µάτια και θύ­µισαν στη Βελανιδιά γνώριµα µάτια παιδιάστικα, Που είχε δει τόσες φορές να παίζουν στον ίσκιο της. Ήταν ένα θέαµα εξαίσιο, πληµµυρισµένο από χαρά και ευτυχία.

Κι όµως, µέσα σ' όλη αυτή τη χαρά, το δένδρο ένιωθε µια θλίψη, ένα θερµό πόθο να έβλεπε και όλα τα άλλα δένδρα του δάσους -µι­κρά και µεγάλα- όλους τους θάµνους, ακόµα και τα χορταράκια, να ψηλώνουν κι εκείνα για να µπορέ­σουν να δουν αυτό το µεγαλείο και την οµορφιά. Πώς να είναι ευτυχισµένη η περήφανη Βελανιδιά, χωρίς να έχει κοντά της όλους της τους φίλους µι­κρούς και µεγάλους;

Κι αυτός ο πόθος, αυτή η λαχτάρα, έκανε την ευαίσθητη καρδιά του δένδρου να τρέµει και να χτυπάει γοργά. Η φουντωτή φυλλωσιά του ανέµιζε και ταραζό­ταν, σαν να έφαχνε κάτι να βρει κι ύστερα χαµήλω­νε. Τότε ένιωθε τη µοσχοβολιά από το θυµάρι και τη µεθυστική ευωδιά των κρίνων και των µενεξέ­δων, και νόµιζε πως άκουγε τη φωνή του κούκου που το χαιρετούσε.

Ναι, οι πράσινες κορφές του δάσους άρχισαν να τρυπούν τα σύννεφα και η Βελανιδιά έβλεπε και τα άλλα δένδρα να ψηλώνουν και ν' ανεβαίνουν κοντά της. Οι θάµνοι και τα χορταράκια ψήλωναν κι εκεί­να και µάλιστα µερικά, από την ανυπομονησία τους, ξεκολλούσαν από τις ρίζες τους για να φτά­σουν πιο σύντοµα.

Πιο γρήγορη απ' όλα ήταν η ση­µίδα. Ο λεπτός κορµός της ανέβαινε σαν άσπρη αστραπή και τα κλαδιά της ανέµιζαν ολόγυρα σαν πράσινες σηµαίες. Όλα τα δένδρα και τα φυτά του δάσους υψώνονταν σαν µέσα σ' έκσταση, ο αέρας αντηχούσε απ' το κελάδηµα των πουλιών.

Πάνω στο τρυφερό γρασίδι, που είχε ακαριαία απλωθεί σαν µεταξωτό χαλί, οι ακρίδες καθάριζαν τις φτε­ρούγες τους µε τα µακριά τους πόδια. Οι µαγιάτι­κες µέλισσες βούιζαν, οι χρυσόµυγες ζουζούνιζαν και κάθε πουλί κελαηδούσε µε τη δική του, ξεχωριστή φωνή. Όλα ήταν τραγούδι και χαρούµενος αχός στον τετράψηλο ουρανό.

«Μα πού είναι το γαλάζιο λουλουδάκι της ακροποταµιάς;» αναρωτήθηκε η Βελανιδιά. «Πού είναι η κόκκινη παπαρούνα, πού είναι η µαργαρίτα;» Η καηµένη η Βελανιδιά δεν ξεχνούσε κανένα, όλα τα ήθελε κοντά της. «Εδώ είµαστε, εδώ είµαστε!»» άκουσε χαρούµενες φωνούλες.

«Και το όµορφο θυµάρι του περασµένου καλοκαιριού; Και τα κρινάκια που ήταν πέρσι εδώ; Και η άγρια αχλαδιά µε τα όµορφα λουλούδια της; Και όλη η οµορφιά του δάσους που ξαναγεννιέται κάθε χρόνο – δεν θα έπρεπε να είναι κι εκείνη εδώ;»» «Εδώ είµαστε, εδώ είµαστε!» αποκρίθηκαν φωνές όλο και πιο κοντά, όλο και πιο ψηλά στον αέρα.

«Μα είναι θαυµάσια!» φώναξε χαρούµενη η γριά Βελανιδιά. «Τους έχω όλους γύρω µου, µικρούς και µεγάλους. Κανένας δεν λείπει! Τι αφάνταστη ευτυχία! Είναι δυνατόν;»» «Στον ουρανό, στη χώρα του καλού Θεού, όλα είναι δυνατά!»» άκουσε την απόκριση στον αέρα.

Και η γριά Βελανιδιά, καθώς ψήλωνε ολοένα, ένιωσε τις ρίζες της να ξεκολλούν από τη γη. «Σωστά!»» είπε. «Αυτό είναι το καλύτερο απ' όλα. Τώρα πια τίποτα δεν µε κρατάει! Τώρα µπορώ να πετάξω ακόµα πιο ψηλά στη δόξα και στο φως! Και όλοι µου οι αγαπηµένοι -µικροί και µεγάλοι- είναι µαζί µου, όλοι, όλοι!»

Αυτό ήταν το όνειρο της γριάς Βελανιδιάς και, καθώς ονειρευόταν, µια δυνατή καταιγίδα σάρωσε θάλασσα και στεριά, εκείνη τη νύχτα της παραµονής. Η θάλασσα σήκωσε θεόρατα κύµατα και χτύπησε την ακρογιαλιά, κάτι έτριξε κι έσπασε µέσα στο δένδρο, οι ρίζες του ξέφυγαν από τη γη, την ίδια στιγµή που ένιωθε και στ' όνειρό της να φεύγει ελεύθερη από το χώµα. Έπεσε.

Τα τριακόσια εξήντα πέντε χρόνια της ήταν τώρα σαν την ηµέρα του µικρού Εφήµερου. Το πρωί των Χριστουγέννων, όταν ο ήλιος ψήλωσε, η καταιγίδα κόπασε. Απ' όλες τις εκκλησιές αντηχούσαν οι γιορτινές καµπάνες και απ' όλη τη γη, ακόµα κι από την πιο φτωχική καλύβα, ανέβαιναν γαλάζια σύννεφα καπνού, σαν τον καπνό που ανέβαινε τα πολύ παλιά χρόνια από τους βωµούς των Δρυίδων, τις µέρες της ευχαριστίας.

Η θάλασσα γαλήνεψε σιγά σιγά, κι ένα µεγάλο καράβι που είχε παλέψει όλη τη νύχτα, απελπισμένα, με τη φουρτούνα, μπήκε στο γειτονικό λιμάνι. «Το δένδρο έπεσε, η γριά Βελανιδιά, το σημάδι μας!» είπαν οι ναυτικοί. «Έπεσε τη νύχτα, με την καταιγίδα. Ποιο άλλο δένδρο θα μπορέσει να γίνει σαν κι αυτό; Κανένα»».

Αυτός ήταν ο σύντομος μα συμπονετικός επικήδειος του δένδρου που ήταν ξαπλωμένο χωρίς ζωή στο χιονισμένο χαλί της δασωμένης ακτής. Και πάνω απ' τη νεκρή γριά Βελανιδιά, ακούστηκαν οι νότες του χριστουγεννιάτικου ύμνου που έψαλλαν, Γεμάτοι ευγνωμοσύνη, οι ναυτικοί.

Μ' αυτόν τον ψαλμό, όλοι μέσα στο θαλασσοδαρμένο καράβι, ένιωσαν την ψυχή τους ν' ανεβαίνει στον ουρανό, όπως ακριβώς είχε νιώσει και η γριά Βελανιδιά, στο όμορφο όνειρό της, εκείνη τη χριστουγεννιάτικη νύχτα.



Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Πώς διαλέγουμε το πιο γλυκό καρπούζι!



Καρπούζι, για πολλούς, ένα από τα πιο αγαπημένα φρούτα του καλοκαιριού. Η επιλογή όμως ενός γλυκού καρπουζιού δεν γίνεται στην τύχη. Θα χρειαστεί να ακολουθήσεις κάποια βασικά βήματα, για να ελαχιστοποιήσεις τις πιθανότητες – όταν το κόψεις – να αναφωνήσεις… «Μάπα το καρπούζι!».

Τι πρέπει να κάνεις: 

Έλεγξε το χρώμα του: Δεν θα πρέπει να είναι ούτε πολύ έντονο ούτε καθαρό.

Έλεγξε τον φλοιό του: Θα πρέπει να είναι σκληρός, λείος, χωρίς βαθουλώματα και χτυπήματα. Επίσης θα πρέπει να διαθέτει μια μεγάλη κηλίδα σε μπεζ – κίτρινο χρώμα.

Στο σημείο της κηλίδας το φρούτο ακουμπά στο έδαφος, άρα όσο πιο κίτρινη είναι τόσο καλύτερα, γιατί σημαίνει ότι το καρπούζι είχε τον χρόνο του να ωριμάσει και δεν αποκόπηκε πρόωρα από το φυτό.

Χτύπησέ το: Η κλασική κίνηση, για να καταλάβεις πόσο γεμάτο από χυμούς είναι. Βάλε το ένα χέρι σου στη μία πλευρά του καρπουζιού περίπου στο μέσο (όχι εκεί όπου είναι το κοτσάνι) και χτύπησέ το με το άλλο. Θα πρέπει να το αισθανθείς να τρέμει. Αν δεν δονείται και μοιάζει συμπαγές, μάλλον δεν είναι ώριμο.






Πηγή : bimag.gr

ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...