Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΡΔΕΥΤΙΚΩΝ ΓΕΩΤΡΗΣΕΩΝ ΣΕ ΠΡΟΔΡΟΜΟ, ΛΑΓΚΑΔΙΑ, ΕΞΑΠΛΑΤΑΝΟ, ΘΗΡΙΟΠΕΤΡΑ, ΠΙΠΕΡΙΑ, ΛΟΥΤΡΑΚΙ, ΣΩΣΑΝΔΡΑ



Αριδαία, 19/8/2016

ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΡΔΕΥΤΙΚΩΝ ΓΕΩΤΡΗΣΕΩΝ ΣΕ ΠΡΟΔΡΟΜΟ, ΛΑΓΚΑΔΙΑ, ΕΞΑΠΛΑΤΑΝΟ, ΘΗΡΙΟΠΕΤΡΑ, ΠΙΠΕΡΙΑ, ΛΟΥΤΡΑΚΙ, ΣΩΣΑΝΔΡΑ

Συνεχίζεται η αρδευτική περίοδος και ο Δήμος Αλμωπίας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή για να δίνει λύσεις με τον πιο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο.

Σε αυτά τα πλαίσια, πραγματοποιούνται συντηρήσεις αρδευτικών γεωτρήσεων στις εξής Τοπικές Κοινότητες:
ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ:
Εγκατάσταση και δημιουργία υποδομών για τη νέα γεώτρηση, η οποία παρότι υπήρχε δέκα χρόνια δεν λειτούργησε ποτέ (αναμένεται σύνδεση από τη ΔΕΗ)
ΛΑΓΚΑΔΙΑ:
Τοποθέτηση καινούριας αντλίας
ΘΗΡΙΟΠΕΤΡΑ:
Περιέλιξη καμένου κινητήρα
ΕΞΑΠΛΑΤΑΝΟΣ:
Επισκευή κινητήρα στη θέση «Τριπιλάκι»
Τοποθέτηση καινούριας αντλίας στη θέση «Μαύρη Γέφυρα»
ΠΙΠΕΡΙΑ:
Επισκευή κινητήρα στο Μικροχώρι
ΛΟΥΤΡΑΚΙ:
Περιέλιξη καμένου κινητήρα στη θέση «Κάτω Μπέλιτσα»
ΣΩΣΑΝΔΡΑ:
Επισκευή καμένης πομώνας

Ο Δήμαρχος Αλμωπίας κ. Δημήτρης Μπίνος έκανε την εξής δήλωση:
«Συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στο πλευρό των αγροτών μας αυτή τη δύσκολη περίοδο της άρδευσης. Προσπαθούμε καθημερινά να δίνουμε άμεσες λύσεις σε όλα τα ζητήματα που προκύπτουν. Έχουμε ανταποκριθεί σε δεκάδες αιτήματα με όπλο μας τον σωστό προγραμματισμό και τη σκληρή δουλειά».


Μπλεκ, Ζαγκόρ, Όμπραξ: Περιοδικά που διαβάζαμε μικροί. Ποια ήταν τα αγαπημένα σας;



Διάβαζα Μπλεκ, Ζαγκόρ, Όμπραξ, Τζιμ Άνταμς (Μικρό Καουμπόυ, Μικρό Αρχηγό, Μικρό Σερίφη), Σεραφίνο και σπάνια έβρισκα  Μικρό Ήρωα.
Όταν δε είχα μεγάλο χαρτζιλίκι(σπάνια) αγόραζα τα Κλασικά Εικονογραφημένα που ήταν το "τοπ" των αγαπημένων μου.
Αντιπαθούσα Ποπάυ, Μίκυ Μάους και Τιραμόλα. Τα λέγαμε όλα «παραμύθια» και τα αλλάζαμε μεταξύ μας.

Εσείς;

Σ.Σ. Μπορούν να γράψουν  επίσης και τα κορίτσια για τα αγαπημένα τους.

Γράψτε στα σχόλια τις παιδικές σας συμπάθειες ως αναφορά τα περιοδικά.

Χελιδόνια – της Αντιγόνης Ηλιάδη



«Δεν θυμάμαι πώς πετούν τα χελιδόνια.» Της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Κάθισαν στο τραπέζι και κοιτάζονταν μες την ησυχία, για λίγη ώρα. Ακούστηκε μια σελίδα να γυρίζει. Τον διέταξε να σκουπίσει τα πόδια του μέσα στο πιάτο που είχε μπροστά του. Αυτός τα σήκωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρίβει την άμμο από το δέρμα κι ακουγόταν το γδάρσιμο που του άφηνε μικρές κουκίδες, συντριβανάκια από αίμα. Επόμενη σελίδα και η σιωπή φάνηκε εκκωφαντική. Τον διέταξε να πάρει την άμμο με τις χούφτες του και να την φάει. Αυτός κοίταξε το παράθυρο με τα κάγκελα και ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στις πίσω τρίχες στο λαιμό του. Βούτηξε το χέρι του στην άμμο και ηδονίστηκε με την απαλότητά της. Σήκωσε το χέρι του γεμάτο και το έφερε στο στόμα και ρούφηξε προς τα μέσα. Έβηξε δυο τρεις φορές, αλλά στο τέλος κατάπιε. Ένιωσε το λαιμό του ξερό. Έβηξε ξανά. Τον κοίταζε. Σήκωσε το δάχτυλό της και του έδειξε τους κόκκους άμμου που είχαν μείνει στο πιάτο. Αυτός πήρε το πιάτο μπροστά στο στόμα του και το έγλειψε. Το άφησε κάτω ήρεμα.

Από την πλευρά της ακούστηκε ένας γδούπος, έκλεισε το ευαγγέλιο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και ξεκούμπωσε το πουκάμισό της αργά. Αυτός άρχισε να τρέμει. Έβηξε ξανά. Εκείνη δίπλωσε το πουκάμισό της και το ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Αυτός είχε μείνει κάτωχρος εμπρός στην ανόθευτη γύμνια της, στα ριζά των κατάμαυρων μαλλιών της, πίσω στο λαιμό της, στα ανάγλυφα κόκαλα της πλάτης της, που ανέβαιναν το χάρτινο δέρμα της, στο κτίσιμο της σπονδυλικής της στήλης, στους ώμους της που ήταν δυνατοί και στέρεοι και στα μακριά της χέρια που κινούνταν γρήγορα και τακτικά. Το γυμνό της στήθος έλαμψε σαν μεγάλο, παχύ και ροδόλευκο φρούτο, κάτω από το φως της κίτρινης λάμπας. Αυτή άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων της την ρόγα που έσταξε πάλλευκο γάλα. Έπειτα, πήρε το πιάτο μπροστά της και στράγγιξε με τα δάχτυλά της το στήθος της, συνθλίβοντάς το, μες το πιάτο. Εκείνος ήταν σίγουρος πως θα πεθάνει. Του είχε κοπεί η ανάσα και ένιωθε βαθιά συγκινημένος. Εκείνη, με απαλές κινήσεις, έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του και ξαναπήρε το ευαγγέλιο στα χέρια της, χωρίς να βάλει το πουκάμισό της.

Αυτός με ανεξέλεγκτο τρέμουλο, δοκίμασε να πάρει το πιάτο στα χέρια του. Όμως το πιάτο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα και το γάλα κόντεψε να χυθεί έξω κι έτσι το άφησε κάτω. Την κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως τον παρακολουθούσε. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι του, διψασμένος από ασίγαστο πόθο και άρχισε να πίνει το γάλα με μεγάλες γουλιές. Το ένιωσε να τρέχει στην μύτη του, στο λαιμό του, στα πλάγια του στόματός του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα από το πιάτο και σηκώθηκε. Την κοίταξε. Αυτή έκλεισε το ευαγγέλιο και του έγνεψε να πάει κοντά της.

Κανείς τους δεν άκουγε την σιωπή, γιατί ήταν πνιγμένοι από τα λόγια των σωμάτων τους. Γονάτισε μπροστά της. Ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε σαν ανάποδο τριαντάφυλλο, γερμένο προς τα μέσα στο χώμα. Δεν επιθυμούσε παρά να συρθεί εκεί, από όπου γεννήθηκε. Με το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, ανάμεσα από το κενό των πληθωρικών μαστών της. Τα μάτια της ήταν σαν δυο λαμπερές θάλασσες, κατάμαυρες που σε κοιτούσαν όπως τα ρολόγια. Κινούνταν, αλλά ποτέ δεν ήξερες για ποιον και αν ήταν για κανέναν. Κι αν ήξερες τον κίνδυνο, πάλι, ήθελες να πνιγείς μέσα τους.

Έπιασε το κεφάλι του στα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της και το έβαλε ανάμεσα στα στήθια της. Αυτός για λίγο, έχασε τις αισθήσεις του, βρέθηκε να πλανάται συγχυσμένος. Το θαυμάσιο, άγριο άρωμά της έσπρωξε τα χείλια του στην θηλή. Γύμνωσε με ζωική διέγερση τα δόντια του και κύκλωσε την ρώγα. Εκείνη έμπηξε τα νύχια της στο λαιμό του κι άρχισε να τον γδέρνει, καθώς αυτός την δάγκωνε, αγκαλιασμένος από τα πόδια της. Έβαλε το χέρι του στα οπίσθιά της, μέσα από το φόρεμα και αυτή τον πλήγωσε άγρια στο λαιμό. Με περισσή φρενίτιδα, άρχισε να ουρλιάζει από ουσιαστικό οργασμό. Κι αυτός δάγκωνε κι έγλειφε εξαιρετικά, ώσπου άγγιξαν τα ουράνια με τον οργασμό τους. Όταν κατευνάστηκε και η τελευταία τους πείνα, χωρίστηκαν για να ανασάνουν.

Ύστερα από λίγο τον διέταξε να φέρει την κάσα. Αυτός πήγε στο άλλο δωμάτιο και γύρισε, σέρνοντας στα περήφανα μπράτσα του, ένα ξύλινο κουτί σε μέγεθος ανθρώπινο. Το άφησε δίπλα στο τραπέζι. Άνοιξε το καπάκι. Αυτή μπήκε μέσα. Έτσι γυμνή από πάνω, γεμάτη αίματα και υγραμένη, κάτω από το φόρεμα, ξάπλωσε. Έβαλε το ευαγγέλιο ανάμεσα στα σταυρωμένα χέρια της και τον κοίταξε. Τον ρώτησε, ύστερα από λίγο, αν θυμήθηκε. Αυτός είχε ξεχάσει τα πάντα, αλλά έγνεψε ναι, εκστασιασμένος. Αυτή του είπε, πως αν ξεχάσει ξανά, θα τον βάλει μες την κάσα. Σύμφωνοι; Κι αυτός έγνεψε καταφατικά. Εκείνη, βγήκε από το κουτί και το έκλεισε μόνη της με θόρυβο. Πήρε το πουκάμισό της, κουμπώθηκε ήρεμα και αθόρυβα και κάθισε στη θέση της. Άνοιξε το ευαγγέλιο και συνέχισε το διάβασμα.

Ένιωθε μεγαλύτερος, όταν εκείνη έβγαλε την μπλούζα της. Αλλά τώρα, πάλι είχε μικρύνει. Έσκυψε στο πάτωμα κι έψαξε να βρει μήπως είχε ρίξει κατά λάθος κάπου κανέναν κόκκο άμμου να τον φάει, για να βήξει και να του δώσει κι άλλο γάλα. Αλλά άδικος κόπος. Τα πλακάκια γυάλιζαν από καθαριότητα και βρωμούσαν και χλωρίνη. Σηκώθηκε και κάθισε στην καρέκλα. Έμεινε να κοιτάζει την μάνα του με ανοιχτά τα μάτια. Ήθελε να της πει για τα χελιδόνια, αλλά σκέφτηκε την κάσα κι άλλαξε γνώμη. Δεν θυμόταν πως πετούν τα χελιδόνια, αλλά δεν είχε πια σημασία. Σε λίγο, απλώς χαζεύοντάς την, το κεφάλι του άρχισε να γίνεται βαρύ. Κοιμήθηκε μέσα στο πιάτο, μυρίζοντας την μυρωδιά από το θεϊκό της γάλα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Daria Petrilli.]





ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Ο Χαντακωμένος – του Θεόδωρου Ε. Παντούλα


Στο χωριό του πατέρα μου μαγαζί λεν τον χώρο που λειτουργεί ως καφενείο, ως μπακάλικο κι ως χαρτοπαικτική λέσχη. Βρίσκεται στους πρόποδες του χωριού κι ανοίγει όποτε ξυπνήσει ο Γιώτης και κλείνει όποτε του αδειάσουν την γωνιά οι μεθυσμένοι και τα χαρτόμουτρα.

Στον αυλόγυρο του μαγαζιού μαζευόμασταν τα καλοκαίρια οι πιτσιρικάδες και παίζαμε. Ο πατέρας μας κέρναγε πορτοκαλάδες κι οι χωριανοί μας χάιδευαν τα κεφάλια. Μετά της Παναγίας ο Γιώτης έψηνε και σουβλάκια. Όσοι δεν μας ήξεραν, μας ρώταγαν «τίνος είσαι εσύ;» κι εμείς δασκαλεμένοι δεν λέγαμε τα ονόματά μας αλλά «του ΒαγγελΠερεκλή» – ήτοι του Βαγγέλη, του γυιού του Περικλή. Πάλι μας χάιδευαν τα κεφάλια και μας έλεγαν περίεργες λέξεις όπως «παλιοζάγαρα», «χαϊβάνια» κι άλλα τέτοια.

Στο μαγαζί δεν κάθονταν γυναίκες. Αν καμιά ήθελε κάποιον, στεκόταν παράμερα κι έστελνε εμάς τα παιδιά να τον ειδοποιήσουμε: «Σύρε, ωρέ καμάρι, να μου φωνάξεις το θειό σου».

Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν το χωριό. Τα λέγαν «κούρσες» και τα είχαν κάποιοι σαν εμάς που έρχονταν για διακοπές και τα φύλαγαν όλα μαζί στο προαύλιο του σχολείου. Ένα απόγευμαι ήρθε στο χωριό μια μεγάλη μερσεντές, που στάθηκε στο μαγαζί μπροστά και ξεφόρτωσε τρία ωραία κορίτσια με τα μπανιερά τους. Οδηγός της ήταν ένας χοντρός και γελαστός τύπος με μαύρα γυαλιά, φορτωμένος πολλά χρυσαφικά στο λαιμό και στα χέρια.

«Όλα απ’ εμένα» είπε όταν μπήκε στο μαγαζί και κάναμε ουρά η πιτσιρικαρία στον πάγκο του Γιώτη για επιπλέον πορτοκαλάδες. Κάποιοι ξεθάρρεψαν και πήγαν για τις επόμενες. Τους ακολούθησα κι εγώ.

Στο μεταξύ οι μεγάλοι είχαν εξαφανιστεί και τα κορίτσια γέλαγαν που πίναμε πορτοκαλάδες μέχρι να μας βγάλει η κοιλιά μας.

Στο σπίτι από κάτι μισόλογα καταλάβαμε πως ο οδηγός της μερσεντές είναι χωριανός μας. Χαμηλοκουβέντιαζαν γι’ αυτόν κι εμείς ξεκλέβαμε καινούργιες λέξεις: κωλομπαράς», «κωλογυναίκες» «κωλόμπαρο», «κωλόπαιδο». Το όνομά του δεν το μάθαμε. «Χαντακωμένο» τον έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς έλεγε πως «έχει παράδες βρώμικους» αλλά εγώ κι ο αδερφός μου τον συμπαθούσαμε γιατί μας κέρναγε πορτοκαλάδες.

Πριν της Παναγίας έφευγε –«δεν τις σηκώνει τις παλιανθρωπιές ο τόπος»– και στο πανηγύρι ξανακατηφόριζε όλο το χωριό –κι οι γυναίκες ακόμη– στο μαγαζί που είχε κι όργανα.

Απ’ όταν πέθαναν οι γερόντοι δεν ξαναπήγα στο χωριό. Φέτος κάτι μ’ έπιασε κι είπα τον Δεκαπενταύγουστο, θα πάμε. Ντροπή να μην ξέρουν τα παιδιά πούθε κρατάει η σκούφια μας.

Είχε ερημώσει ο τόπος. Ένας Αλβανός μας έδειξε από πού να στρίψουμε για το μαγαζί. Τρόμαξαν να με γνωρίσουν κι οι χωριανοί. Εγώ πάντοτε τους μπέρδευα: Γιωργομήτσος, Μητσογιώτης, Κιτσοκώστας. Άκρη δεν έβγαζα. «Του Βαγγέλη είσαι;» δυσπιστούσαν. «Τα κούτσικα δικά σου είναι;». «Καλώς ορίσατε. Να πάτε και στο ταφείο να προσκυνήσετε. Κουφέτο τα ’χουν τα μνήματα οι γυναίκες».

Μόνο ο Γιώτης ήταν ίδιος – με βαμμένο κορακί μαλλί. Είχε φέρει και παγωτά. «Αύριο θα ρθει παπάς από τα Δερβίζιανα και θα ’χω κι όργανα το βράδυ», μας ενημέρωσε. «Ποτά και παγωτά δικά μου» είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Άναψε τα κάρβουνα και ξεκίνησε να ψήνει σουβλάκια για τους πελάτες του που οι περισσότεροι χάζευαν αμίλητοι έναν αγώνα μπάσκετ σε μια τεραστίων διαστάσεων πλάσμα.

Μετά το σούρουπο ήρθε κι ο «Χαντακωμένος». Ξαναέζησα την ίδια σκηνή. Μερσεντές, κορίτσια, χρυσαφικά κι ένας χοντρός γέρος με ξανθό μαλλί. «Όλα απ’ εμένα».

Πιτσιρικάδες δεν ήταν στο μαγαζί για πορτοκαλάδες κι οι μεγάλοι δεν κινήθηκαν. Ο Γιώτης από το βάθος σήκωσε την μπύρα του. Τον μιμήθηκαν κι οι άλλοι.

«Στην υγειά σου άρχοντα».



[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]



ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Τα ψέματα της αλεπούς



Τις αλεπούδες τις ξέρουμε βέβαια! Και θαυμάζουμε τη φουντωτή ουρά τους αλλά και την εξυπνάδα τους. Μόνο που καμιά φορά δεν τους βγαίνει σε καλό, ειδικά αν η εξυπνάδα τους γίνεται πονηριά. Έτσι ακριβώς την πάτησε και η κυρα–Αλέπω με τον κόκορα τον Κοκοράκη.

– Ε, κυρ Κοκοράκη, κατέβα να τα πούμε και λιγάκι. Μπα σε καλό σου ξαδερφάκι, σκαρφάλωσες στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου και δε σε φτάνω ούτε και σε βλέπω καλά καλά.

– Τι να κάνω Αλέπω μου, είπε ο κόκορας, που πράγματι είχε σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό κλαδί της αγριαχλαδιάς μπροστά από τον φράχτη του σπιτιού!

– Υπάρχουν βλέπεις πολλά ζώα που θα ήθελαν την αφεντιά μου να την κάνουν ωραίο μεζέ για τα δόντια τους, γι΄ αυτό κι εγώ φυλάγομαι, και κάνω επιθεώρηση , βλέποντας από ψηλά ποιος πάει κι έρχεται σε τούτον τον δρόμο.

Ο κυρ Κοκοράκης τέντωσε το κόκκινο λειρί του και άνοιξε περήφανος τα πλουμιστά φτερά του!

– Κικιρίκου!

– Μπα σε καλό σου, ξάδερφε, δεν τα έμαθες τα νέα φαίνεται!

Η παμπόνηρη κυρα-Αλέπω πλησίασε πιο πολύ τον φράχτη του σπιτιού, άπλωσε τα μπροστινά της πόδια πάνω στον μαντρότοιχο και φώναξε με σιγουριά:

– Καλέ μου ξάδερφε, όλα τα ζώα μόλις χτες συμφώνησαν να γίνουν φίλοι και έκλεισαν ειρήνη μεταξύ τους. Μεγάλα νέα, δε συμφωνείς;

Όσο φώναζε η αλεπού, στην προσπάθειά της βέβαια να πείσει τον κόκορα να κατέβει από το δέντρο, για να γίνει δικός της μεζές, ο πετεινός μας τέντωνε και ξανατέντωνε το λαιμό του, κοιτώντας ανήσυχα γύρω-γύρω.

– Τι βλέπεις, βρε ξάδερφε, με τόσο ενδιαφέρον;

– Aλέπω μου, τίποτα σημαντικό, βλέπω ένα κοπάδι σκυλιά να έρχονται τρέχοντας κατά δω!

– Τότε πρέπει να φεύγω, είπε η αλεπού ανήσυχη και κατέβασε τα πόδια από τον μαντρότοιχο.

– Τι βιάζεσαι, καλή μου; Τώρα που ετοιμαζόμουν να κατέβω να κουβεντιάσουμε λιγάκι, να έρθουν και τα σκυλιά να τα πούμε σαν καλοί φίλοι τώρα που κλείσανε τα ζώα συμφωνία!

– Ξέρεις, τα σκυλιά μπορεί να μην έμαθαν ακόμα για τη συμφωνία των ζώων…

Και η κυρα-Αλέπω είχε ήδη φτάσει τρέχοντας στη γωνία του δρόμου…

– Καημένη Αλέπω! Και οι μεγαλύτεροι ψεύτες την παθαίνουν συχνά  από τα ψέματά τους! Κικιρίκου!



Μύθοι του Αισώπου
Απόδοση: Δ.Σ.





ΠΗΓΗ...http://www.pemptousia.gr

Πού βρίσκεται ο Θεός; Πότε μας μιλάει;


Ψάχνουμε να ακούσουμε τη φωνή του Θεού μέσα από κάποιο έκτακτο γεγονός, μέσω ενός σπουδαίου ανθρώπου. Και όμως, ίσως μας βολεύει αυτό. Μας αφήνει να επαναπαυθούμε στην αοριστία της προσωπικής μας ερμηνείας. Με λίγα λόγια, όπως μας βολεύει και όπως μας συμφέρει…
Ο Ζωντανός Θεός όμως δεν μένει σε αφηρημένες σκέψεις και ερμηνείες, αλλά σπεύδει να μας μιλήσει μέσα απ’ την καθημερινότητα μας. Την όποια καθημερινότητα μας, κυρίως όμως μας μιλάει μέσα απ’τις ανάγκες των αδελφών μας. Τις όποιες ανάγκες. Υλικές ή πνευματικές. Μέσω του αδελφού θαρρώ κυρίως μας μιλάει ο Θεός. Και τον ακούμε όταν παραμερίσουμε τις προσωπικές μας ερμηνείες, τις προσωπικές μας αλήθειες, τα προσωπικά μας προγράμματα και πούμε να εγώ θα πάω, εγώ θα μείνω, εγώ θα βοηθήσω…στο πρόσωπο του αδελφού αντικατοπτρίζεται η »θέα του Θεού». Τόσο ξεκάθαρα όσο και ο αδελφός που έχεις απέναντι σου…

Ιερομόναχος Ελευθέριος Μπαλάκος


Το τυχερό νούμερο που κερδίζει το παπάκι του 5ου "Φράγμα Πάρτι"


Από τον ΑΣ Πρόμαχοι ανακοινώνεται ότι πραγματοποιήθηκε η αναβληθείσα κλήρωση της λαχειοφόρου αγοράς, στο μπαρ OXYGEN του χωριού και το τυχερό νούμερο που κερδίζει το παπάκι 125 c.c είναι  το 163.

Ήδη η κάτοχος (Ε.Ν.) του τυχερού λαχνού βρέθηκε, είναι μάλιστα κάτοικος του χωριού  και παρέλαβε το πολύτιμο δώρο της.




ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΝΕΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΙΑ ΟΧΘΗ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ



Αριδαία, 18/8/2016

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΝΕΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΙΑ ΟΧΘΗ ΤΩΝ ΛΟΥΤΡΩΝ

Στην κατασκευή δεύτερου εξωτερικού καταρράκτη στην παραποτάμια όχθη προχώρησε η Δημοτική Επιχείρηση των Λουτρών. Ένα έργο που δίνει νέες δυνατότητες στους επισκέπτες της περιοχής μας και παράλληλα αυξάνει τα έσοδα.
Πρόκειται για μία πολύ σημαντική παρέμβαση που στοχεύει στην αξιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων χώρων που συνδυάζουν την επαφή του ιαματικού τουρισμού με την ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος.
Για την κατασκευή του παραπάνω έργου χρησιμοποιήθηκε τοπική πέτρα και βότσαλα για το δάπεδο, ώστε να υπάρξει εναρμόνιση με το φυσικό περιβάλλον της Λουτρόπολης. Παράλληλα, το νερό διοχετεύεται μέσα από έναν μεγάλο κορμό που τοποθετήθηκε και δημιουργεί έναν εντυπωσιακό καταρράκτη ταυτόχρονα με το ιαματικό νερό που αναβλύζει μέσα από τις πηγές που υπάρχουν στην πισίνα.
Ήδη, ο συγκεκριμένος χώρος λούσης και αναψυχής έχει τεθεί σε λειτουργία με 2 ευρώ κατά άτομο και από τις πρώτες κιόλας μέρες έχει γίνει πόλος έλξης για τους λουόμενους, οι οποίοι δηλώνουν ενθουσιασμένοι με τη νέα εικόνα που ολοκλήρωσε την γενικότερη ανάπλαση της συγκεκριμένης τοποθεσίας.
Τέλος, τοποθετήθηκαν αποδυτήρια και τουαλέτες, ενώ το επόμενο διάστημα θα τοποθετηθούν χώροι φύλαξης των προσωπικών αντικειμένων των λουομένων καθώς επίσης και οικίσκος για την κοπή εισιτηρίων.
Το κόστος του έργου ανέρχεται σε 3.000 ευρώ από ίδιους πόρους.
Ο Δήμαρχος Αλμωπίας κ. Δημήτρης Μπίνος έκανε την εξής δήλωση:
«Συνεχίζουμε να δημιουργούμε καθημερινά νέες προοπτικές για τον τόπο μας. Με αυτές τις παρεμβάσεις στοχεύουμε στην ανάδειξη του φυσικού κάλλους της περιοχής μας, ενώ παράλληλα δίνουμε νέες δυνατότητες στους επισκέπτες μας. Είμαι πολύ χαρούμενος, καθώς τα σχόλια που ακούμε από τους λουόμενους είναι πολύ θετικά. Είναι πλέον ορατή η διαφορά στην εικόνα της Λουτρόπολης. Σε αυτή την τοποθεσία υπήρχαν μέχρι πριν ένα χρόνο λασπόνερα και επικρατούσε η άναρχη στάθμευση οχημάτων. Σήμερα, όλα είναι διαφορετικά. Ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει την δροσιά των δέντρων στα νέα τραπεζοκαθίσματα που τοποθετήσαμε και στη συνέχεια να βουτήξει στα ιαματικά νερά μας. Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους τους εργαζόμενους που συνέβαλαν στην ολοκλήρωση αυτού του σημαντικού έργου».




ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...