Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Πρόσκληση στην τελετή έναρξης του Aridea Cup 2016

                                   

                                                                
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
ΤΕΛΕΤΗΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΑΓΩΝΩΝ

Σας προσκαλούμε να παραβρεθείτε στην τελετή έναρξης του Aridea Cup 2016
Η τελετή έναρξης των αγώνων θα γίνει την Κυριακή 21 Αυγούστου, στις 19.00
Θα γίνει παρέλαση και παρουσίαση των αθλητών, 
θα παίξουν μουσική αθλητές και μέλη του Ομίλου, 
και θα έχουμε μπουφέ από το ζαχαροπλαστείο Μελλίρυτον, το εστιατόριο Κληματαριά και το ΙΕΚ.
Η παρουσία σας θα είναι τιμή και χαρά για εμάς και στήριξη στην προσπάθεια που κάνουμε.
Σας περιμένουμε.

Το διοικητικό Συμβούλιο του Ομίλου Αντισφαίρισης Αριδαίας

Αυγουστιάτικο φεγγάρι στην Όρμα!



Είναι οι καλύτερες οικοδέσποινες της περιοχής!

Συνήθως φοράνε τα καλά τους όταν μας υποδέχονται…

Όρμα Πέλλας

Τις παραδοσιακές φορεσιές με τα ζωηρά χρώματα και το πιο αληθινό χαμόγελο!

Είναι ο Σύλλογος Γυναικών Όρμας που και φέτος, όπως κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, μας προσκαλούν την Κυριακή 21 Αυγούστου να χορέψουμε μαζί τους κάτω απ το ολόγιομο φεγγάρι.

Μια νύχτα μαγική, όπου κάτω απ τον αιωνόβιο πλάτανο οι ήχοι της Μακεδονίας, της Θράκης και του Πόντου θα αντηχούν αλλιώτικα ανάμεσα στους πέτρινους τοίχους των σπιτιών και τα καλντερίμια της πλατείας.



















































http://www.loutrapozar.gr/orma-pellas-aygoustos/

Ο Ν. Καζαντζάκης για τον άνθρωπο



Αποφθέγματα του Καζαντζάκη για τον άνθρωπο:

Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι, δεν αντέχουν, ο άνθρωπος αντέχει…
 «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»

Ξεχνάει η ψυχή του ανθρώπου, ξεχνάει η κακομοίρα. Γι’ αυτό τη λένε κι αθάνατη.
 «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»

Λίγο μαλακός, λίγο αναποδιάρης, πότε καλός, πότε σκύλος που δαγκάνει, μισό διάολος, μισό άγγελος, άνθρωπος κοντολογίς!
 «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες. Φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!
 «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.
 «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

Θεριό ’ναι η καρδιά του ανθρώπου. Θεριό ανήμερο… Χριστέ μου, μήτε εσύ μπόρεσες να τη μερώσεις…
 «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

 Θεριό είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του, θεριό ανήμερο και τρώει ανθρώπους! (…..) Τρώει αρνιά και κότες και γουρουνάκια, μα αν δε φάει άνθρωπο, όχι, δε χορταίνει.
 «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

Ο διάολος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Κόλαση, ο άγγελος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Παράδεισο. Ο άνθρωπος όπου θέλει!
 «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

Ο άνθρωπος είναι χτήνος! (…..) Τούκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.
 «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

Μωρέ, τι μηχανή είναι ο άνθρωπος! Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο!
 «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

Ε, κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις. Το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ’ναι πια πολύ αργά.
 «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ - Άντον Τσέχωφ



ΜΙΣΑΝΟΙΞΕ Η ΠΟΡΤΑ του γραφείου του γιατρού Κοσέλκωφ κι ο Σάσα Σμυρνώφ, μοναχογιός της μαμάς του, παρουσιάστηκε, σφίγγοντας κάτω απ’ τη μασχάλη του ένα πακέτο τυλιγμένο μ' εφημερίδα.
- Λοιπόν, αγαπητό μου παιδί, αναφώνησε με θέρμη ο γιατρός. Πώς αισθάνεσθε σήμερα; Τι καλά νέα μας φέρνετε;
Ο Σάσα άρχισε ν' ανοιγοκλείνει τα μάτια, ακούμπησε το χέρι του στην καρδιά και τραύλισε νευρικά:
- Η μαμά μου σας στέλνει χαιρετισμούς και παρακαλεί να σας ευχαριστήσω... Είμαι μοναχογιός της μαμάς μου και μου σώσατε τη ζωή... και οχ δυο μας δεν ξέρουμε πώς να σας ευχαριστήσουμε.
- Ελάτε, ελάτε τώρα, νεαρέ μου φίλε. Ας μη μιλάμε γι' αυτό, τον έκοψε ο γιατρός, κυριολεκτικά λιώνοντας από ευχαρίστηση. Έκαμα μόνο ό,τι καθένας στη θέση μου θα 'χε κάνει.
- Είμαι ο μοναχογιός της μαμάς μου... Είμαστε φτωχοί και το αντιλαμβάνεσθε, δεν είμαστε σε θέση να σας πληρώσουμε για τους κόπους σας... και μας στενοχωρεί τόσο πολύ, γιατρέ, μολοντούτο κι οι δυο μας, η μαμά μου κι εγώ, που μ' έχει μοναχογιό, σας παρακαλούμε να δεχθείτε ένα δείγμα της ευγνωμοσύνης μας, ετούτο το πραγματάκι που... είναι αντικείμενο σπάνιας αξίας, ένα υπέροχο αριστούργημα, μια μπρούτζινη αντίκα
Ο γιατρός έκανε μια γκριμάτσα.
- Γιατί, αγαπητέ μου φίλε, είπε. Είναι ολότελα περιττό. Δε μου χρειάζεται διόλου.
- Ω, όχι, όχι, τραύλισε ο Σάσα. Σας παρακαλώ να το δεχθείτε.
Κι άρχισε να ξετυλίγει το δέμα, συνεχίζοντας, ταυτόχρονα, τα παρακαλετά.
- Αν δεν το δεχθείτε, θα μας προσβάλετε και τη μαμά μου κι εμένα. Πρόκειται για σπανιότατο έργο τέχνης... Μια μπρούτζινη αντίκα. Μας το άφησε ο μπαμπάς μου σαν πέθανε, το τιμούσαμε σαν το πιο αγαπητό του ενθύμιο... Ο μπαμπάς μου αγόραζε μπρούτζινες αντίκες και τις πουλούσε στους εραστές των παλιών συλλογών... Και τώρα η μαμά μου κι εγώ συνεχίζουμε την ίδια εργασία.
Ο Σάσα έλυσε το πακέτο και το ακούμπησε ενθουσιασμένος στο τραπέζι.
Ήτανε ένα χαμηλό καντηλερι από παλιό μπρούτζο, έργο πραγματικής τέχνης που παρίστανε ένα σύμπλεγμα. Στο βάθρο πατούσανε δυο γυναικεία αγαλματάκια ντυμένα με το κοστούμι της μητέρας μας Εύας και σε στάσεις που δεν έχω ούτε την αυθάδεια ούτε την ιδιοσυγκρασία να περιγράψω. Τα πρόσωπα χαμογελούσανε με κοκεταρία και γενικά σου γεννούσανε την εντύπωση πως αν δεν ήτανε υποχρεωμένες να υποστηρίζουν το καντηλέρι θα ξαπλώνανε κάτω από το βάθρο τους και θα δίνανε μια παράσταση την οποία, ...καλέ μου αναγνώστη, ντρέπομαι ακόμα και που την σκέπτομαι.
Όταν ο γιατρός επιθεώρησε το δώρο, έξυσε αργά το κεφάλι του και ξεφύσηξε τη μύτη του.
- Ναι, πράγματι, περίφημη εργασία, μουρμούρισε... Αλλά - πώς να σας το πω - όχι εντελώς... εννοώ... μάλλον τολμηρό κάπως... ούτε τόσο δα φιλολογικό, έτσι δεν είναι... Ξέρετε... ο διάβολος ξέρει...
- Γιατί;
- Ο ίδιος ο Βελζεβούλ δε θα μπορούσε να συλλάβει τίποτε φοβερότερο. Αν έβαζα μια τέτοια φαντασμαγορία πάνω στο γραφείο μου θα μόλυνα όλο το σπίτι μου.
- Μα γιατί, γιατρέ; Τι περίεργες αντιλήψεις που έχετε περί τέχνης, φώναξε ο Σάσα με τόνο προσβεβλημένο. Αυτό είναι πραγματικό αριστούργημα. Κοιτάχτε το μόνο. Τέτοια αρμονική ομορφιά! Μόνο να το βλέπεις σου ξεχειλίζει η έκσταση την ψυχή και σε πνιγούνε στο λαιμό σου λυγμοί. Ξεχνάτε καθετί επίγειο αντικρίζοντας τέτοια ωραιότητα... Μονάχα δέστε το. Τι ζωή, τι κίνηση, τι έκφραση.
- Τα καταλαβαίνω περίφημα αυτά, αγαπητό μου παιδί, τον έκοψε ο γιατρός. Αλλά... είμαι άνθρωπος παντρεμένος. Μικρά παιδιά μπαινοβγαίνουνε στο δωμάτιο, και συνεχώς δέχομαι εδώ κυρίες.
- Φυσικά, είπε ο Σάσα. Αν το αντικρίζετε με τα μάτια του όχλου, βλέπετε αυτό το ευγενικό αριστούργημα με όλως διόλου αλλιώτικο πρίσμα. Αλλά, βεβαίως, εσείς γιατρέ, στέκεστε πάνω απ' όλα τούτα. Και μάλιστα όταν η άρνηση σας να δεχθείτε ένα τέτοιο δώρο πρόκειται να προσβάλει βαθιά και τους δυο μας, και τη μαμά μου κι εμένα που μ' έχει μοναχογιό... Μου σώσατε τη ζωή και σ' ανταπόδοση σας προσφέρουμε το πιο ακριβό μας απόκτημα... Λυπάμαι μόνο που δεν μπορούμε να σας προσφέρουμε άλλο ένα να τα έχετε ζευγάρι τα καντηλέρια σας.
- Σας ευχαριστώ, φίλε μου! πολύ σας ευχαριστώ! Τα σέβη μου στη μητέρα σας και... Αλλά για όνομα του Θεού. Δεν το βλέπετε μοναχός σας; Μικρά παιδάκια να μπαινοβγαίνουνε στο δωμάτιο και οι κυρίες εδώ συνεχώς... Πάντως αφήστε το εκεί. Δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μαζί σας κανείς.
- Ούτε μια λέξη, ξεφώνισε ο Σάσα χαρούμενος. Βάλτε το καντηλέρι εδώ, πλάι στο βάζο. Μα το Θεό είναι κρίμα που δεν έχω το ταίρι του να σας το δώσω. Αλλά δε γίνεται αλλιώς. Λοιπόν αντίο, γιατρέ.
Αφού έφυγε ο Σάσα, ο γιατρός κοιτούσε πολλή ώρα το καντηλέρι κι έξυνε το κεφάλι του.
«Είναι όμορφο, αλήθεια», σκεφτότανε. «Θα 'τανε κρίμα να το πετάξω... Κι όμως δεν τολμώ και να το κρατήσω... Χμ... Τώρα ποιος θα βρεθεί να μπορέσω να του το χαρίσω».
Μετά από πολλή προσπάθεια συλλογίστηκε τον καλό του φίλο, το δικηγόρο Ούχωβ, που του ήτανε υποχρεωμένος και για νομικές υποθέσεις.
- Περίφημα, έτριψε τα χέρια του ο γιατρός. Μια κι είμαι στενός του φίλος, δεν είναι κι εύκολο να του δώσω λεφτά, κι έτσι του δίνω ετούτο το ακατονόμαστο αντικείμενο... Είναι κι ο κατάλληλος άνθρωπος... ανύπαντρος και κάπως εύθυμο Γπτσουνάκι.
Αμ' έπος, αμ' έργον. Ο γιατρός ντύθηκε, άρπαξε το καντηλέρι και τράβηξε γραμμή στο σπίτι του Ούχωβ.
- Καλημέρα, καλέ μου φίλε, είπε. Ήρθα να σ' ευχαριστήσω για τους κόπους σου. Το ξέρω πως δεν θα δεχθείς πληρωμή και γι' αυτό κι εγώ θα σου κάνω αυτό το δώρο. Ένα εξαίρετο αριστούργημα... 'Ελα πες μου και μόνος σου, δεν είναι όνειρο;
Μόλις ο δικηγόρος το είδε μαγεύτηκε με την ομορφιά του.
- Τι υπέροχο καλλιτέχνημα, γέλασε με τρομερό θόρυβο. Για το Θεό, τι βάζουνε στα κεφάλια τους οι καλλιτέχνες. Τι χάρη μαγευτική. Μα πού το πέτυχες ετούτο το έξοχο κομματάκι;
Αλλά παρευθύς η ευθυμία του σβήστηκε και φάνηκε τρομαγμένος. Κοιτώντας κλεφτά κατά την πόρτα τού είπε:
- Δεν μπορώ όμως να το δεχτώ, φίλε μου. Πάρ' το τώρα αμέσως πίσω.
- Γιατί; ρώτησε ανήσυχος ο γιατρός.
- Γιατί... γιατί... η μητέρα μου συχνά μ' επισκέπτεται, οι πελάτες μου έρχοντ' εδώ... Κι εκτός τούτου, θα με ντρόπιαζε ακόμα και στα μάτια των υπηρετών μου...
- Μη λες άλλη λέξη, φώναξε ο γιατρός κάνοντας βίαιες χειρονομίες. Απλούστατα πρέπει να το δεχτείς. Θα 'τανε από μέρους σου μεγάλη αχαριστία να τ' αρνηθείς. Τέτοιο αριστούργημα! Τι κίνηση, τι έκφραση... Πολύ θα με θίξεις αν δεν το πάρεις.
- Αν γινότανε κάπως να πασαλειφτεί με κατιτί, ή να το σκεπάζαμε μ' ένα φύλλο συκής...
Αλλά ο γιατρός αρνιόταν να το ακούσει. Χειρονομώντας πιο βίαια, έφυγε απ' το σπίτι του Ούχωβ, σίγουρος πως είχε ξεφορτωθεί το δώρο.
Σαν έφυγε ο γιατρός, ο δικηγόρος εξέτασε το καντηλέρι προσεχτικά και τότε, ακριβώς όπως και ο γιατρός, βάλθηκε να σπάζει το μυαλό του τι στην οργή θα το έκανε...
- Ω, ωραιότατο πράμα, σκεφτότανε. Είναι κρίμα να το πετάξω, αλλά και να το κρατήσω, ντροπή, καλύτερα να το κάνω δώρο σε κανέναν... Το βρήκα!... Απόψε κιόλας θα το χαρίσω στον ηθοποιό Σόσκαν. Ο παλιάνθρωπος, τ' αρέσουνε κάτι τέτοια και εκτός τούτου, απόψε έχει και την τιμητική του.
Αμ' έπος, αμ' έργον. Εκείνο τ' απόγευμα κιόλας το καλοπακεταρισμένο καντηλέρι μεταφέρθηκε στου ηθοποιού Σόσκιν.
Όλο το βράδυ στο καμαρίνι του Σόσκιν γινόταν πολιορκία από κυρίους που σπεύδανε να επιθεωρήσουν το δώρο. Και συνεχώς το δωμάτιο αντηχούσε από εύθυμα γέλια που τα περισσότερα μοιάζανε με χλιμιντρίσματα αλόγων.
Αν καμιά θεατρίνα πλησίαζε στην πόρτα και ρωτούσε: «Μπορώ να μπω;» η βραχνή φωνή του Σόσκιν αποκρινόταν αμέσως:
- Ω, όχι, όχι, αγαπητή μου. Δεν επιτρέπεται. Δεν είμαι ντυμένος!
Μετά την παράσταση ο ηθοποιός ανασήκωσε τους ώμους του, κούνησε τα χέρια του και είπε:
- Τώρα, τι στην οργή θα το κάνω ετούτο; Κάθομαι μόνος στο σπίτι. Συχνά μού έρχονται θεατρίνες επίσκεψη, και μήπως είναι καμιά φωτογραφία, να τη χώσεις μέσ' στο συρτάρι;
- Γιατί δεν το πουλάτε; του πρότεινε ο περουκέρης. Ξέρω κάποια γριά που αγοράζει αντίκες... Τη λένε Σμύρνοβα... Καλύτερα να πεταχτείτε ως εκεί. Θα σας δείξουν το μέρος, την ξέρουνε όλοι...
Ο ηθοποιός ακολούθησε τη συμβουλή του...
Δυο μέρες αργότερα ο Κοσέλκωφ καθόταν στο γραφείο του και έφτιαχνε χάπια. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και όρμησε στο γραφείο ο Σάσα. Ακτινοβολούσε απ' τα χαμόγελα και το στήθος του φούσκωνε από χαρά... Στα χέρια του κρατούσε ένα πράμα τυλιγμένο σ' εφημερίδα.
- Γιατρέ, φώναξε με κομμένη ανάσα. Σκεφτείτε τη χαρά μου! Τέτοια τύχη δεν τη φαντάζεστε. Μόλις κατάφερα να σας βρω και το ταίρι στο καντηλέρι σας! Η μαμά μου είναι τόσο ευτυχής και είμαι μοναχογιός της... Μου σώσατε τη ζωή.
Και ο Σάσα αναρριγώντας από ευγνωμοσύνη και έκσταση απόθεσε το καντηλέρι μπροστά στο γιατρό.
Εκείνος άνοιξε το στόμα του, σαν για να πει κάτι, αλλά δεν πρόφερε λέξη... Είχε χάσει τη δύναμη του λόγου.





ΠΗΓΗ...http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr

Οι άνθρωποι δεν είναι αιχμάλωτοι της μοίρας, αλλά μόνο αιχμάλωτοι του μυαλού τους


Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σχεδόν πάντα θλιμμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι…

Βαθιά ασυνείδητα διακατέχονται από την πεποίθηση ότι τίποτα δεν έχει νόημα στην ζωή τους, παρατηρώντας πως εξελίσσεται το δράμα της.
Αναζητούν διεξόδους και όταν τούτοι δεν καταφέρνουν να τους δείξουν την έξοδο από την δυσαρέσκεια, σε βάθος χρόνου απογοητεύονται ολοένα και περισσότερο, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι δεν φταίνε οι διέξοδοι, αλλά οι προσδοκίες τους.
Υπάρχει πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους κλέψει την χαρά και την αγάπη της κάθε στιγμής, πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους ανατρέψει προθέσεις και όνειρα…
Γκρινιάζουν για όσα δεν καταφέρνουν, για όσα δεν μπορούν να λάβουν, για όσα είναι οι άλλοι…
Γυρνάνε γύρω γύρω από μια ματαιότητα και έτσι δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, μα ούτε βαθιά Ζωντανοί είναι…
Ψάχνουν να βρουν ένα σκοπό, μα αυτός δεν βρίσκεται σχεδόν ποτέ… Και αν βρεθεί δεν καταφέρουν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον τους για την Ζωή σε βάθος χρόνου.
Προσπαθούν να γεμίσουν την ζωή τους με παρέες και συναναστροφές, με επιβεβαιώσεις και αποδοχές, μα ούτε αυτές οι «επιτυχίες» τους δημιουργούν μέσα τους την αίσθηση του Αιώνιου. Τρομάζουν εύκολα… και επικρίνουν ακόμα ευκολότερα. Απομονώνονται μετά…
Δεν επιτρέπουν στον Εαυτό τους να φωτίσει τα σκοτάδια τους και να τα μεταβάλλει στην αιώνια φλόγα του Ζωντανού Πνεύματος, που περιλαμβάνει και δεν απομονώνει…
Παραιτούνται ευκολότερα από όσο είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν, γιατί δεν ξέρουν για ποιο πράγμα αξίζει κανείς να πολεμήσει, όταν όλα γύρω τους έχουν ματαιωθεί… Και απλά περιμένουν να αλλάξει η ζωή τους…
Μερικές φορές ο άνθρωπος θέλει την αλλαγή, αρκεί να μην αλλάξει ο ίδιος…
Αλήθεια, είναι τόσα λίγα αυτά που προκαλούν πραγματική θλίψη… Όλα τα άλλα είναι πληγωμένος εγωισμός και έλλειψη βαθιάς Πίστης στο Αιώνιο…
Οι άνθρωποι, λένε, δεν είναι αιχμάλωτοι της μοίρας, αλλά μόνο αιχμάλωτοι του μυαλού τους.
Αλλά ποιος το συνειδητοποιεί αυτό? Μόνο το ξέρει… όμως είναι διαφορετικό το «γνωρίζω» από το «συνειδητοποιώ»… απέχουν μεταξύ τους μια Αιωνιότητα, ενώ ο νους στριφογυρίζει εκεί γύρω στον χρόνο του πριν και του μετά, γιατί του λείπει η συνειδητή παράδοση στο Αιώνιο Τώρα…
Ο Εαυτός μας έχει Αγάπη για το Κόσμο, από τον οποίο τον κρατάει σε απόσταση ένα «εγώ» που βιώνει απόγνωση, ζώντας μέσα σε έναν απελπισμένο προγραμματισμό. Πως μπορεί να ζει κανείς μισός και να είναι ευτυχισμένος?
Θέλω να τους φωνάξω… καμιά φορά… Ξέρω όμως ότι δεν θα έχει νόημα… Μόνος του το αποφασίζει κανείς να Ζήσει και να ολοκληρωθεί.
Μόνος του θα νιώσει την αλήθεια ότι ολοκλήρωση δεν είναι να κάνεις παιδιά, σπίτια, περιουσίες και να πεθάνεις…
Στο «ιστορικό» του καθενός μας καταγράφεται σαν ολοκλήρωση, το πόσες φορές ήσουν αληθινά Άνθρωπος, το πόσες φορές πολέμησες με την κοσμική ματαιότητα, ευγνωμονώντας την Ζωή και όσα είσαι μέσα σ’ αυτήν, το πόσες φορές συνέπλευσες με την Αρμονία και το πόσες φορές τίμησες την Αιωνιότητά σου.

Γράφει η Βάσω Νικολοπούλου






Δακρυσμένη νεράιδα…



Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά όποτε θυμάμαι αυτήν την ιστορία είναι σαν να την έζησα πριν λίγο….
Όλα ξεκίνησαν σε μια παραλία, ένα μεσημέρι του Αυγούστου σ’ ένα μικρό χωριό.
Ένα αγόρι, παίζει με τους φίλους του στη θάλασσα, χαμένο στη ξενοιασιά της ηλικίας του.
Μαζί του και όλη του η παρέα, οι καλοί του φίλοι, αυτοί που έβλεπε μόνο ένα μήνα το χρόνο στις διακοπές τους.
Το αγόρι σε μια στιγμή, κοιτάζει μέσα στο πλήθος της παραλίας, σαν να έψαχνε κάτι. Και ξαφνικά… το βρίσκει. Μακριά σκούρα μαλλιά, μεγάλα μάτια με εκφραστικό βλέμμα και ένα υπέροχο πρόσωπο που έλαμπε στον ήλιο.
Ο μικρός μας ήρωας, την πλησιάζει αμέσως και της συστήνεται.
Το ίδιο και εκείνη. Δεν μπορεί να σταματήσει να την κοιτάει. Εκείνη το καταλαβαίνει. Χαμογελάει αμήχανα. Περνάνε τα λεπτά χωρίς να πούνε τίποτα. Ώσπου την προσκαλεί στην παρέα του.
Το κορίτσι, έπαιζε πια με την παρέα του μικρού μας ήρωα και εκείνος δεν σταμάτησε να την κοιτά. 
Το ίδιο βράδυ, βγαίνουν πάλι όλοι μαζί. Μέσα στα γέλια, η παρέα ξεχάστηκε και πια ήταν αργά… κάθε βράδυ έτσι γινόταν.
Ξεκίνησαν να γυρίσουν μα οι δυο μικροί μας ήρωες θέλησαν να μείνουν μόνοι.
Πήγαν στην ίδια παραλία που γνωρίστηκαν, το αγόρι ξάπλωσε στην άμμο, άπλωσε το χέρι του και το κορίτσι ξάπλωσε πάνω σ’ αυτό. Ο μικρός ήρωας δεν μπορούσε να είναι πιο ευτυχισμένος… ήταν οι πιο όμορφες στιγμές της ζωής του.
Μείνανε εκεί, ξαπλωμένοι στην άμμο, χαζεύοντας τα άστρα και τα άστρα αυτούς.
Η βραδιά ήταν φτιαγμένη για τους 2 μικρούς ήρωες. Μιλάγανε ως το πρωί για τα πάντα.
Το κορίτσι έβλεπε κάτι που δεν γνώριζε, ρώταγε το αγόρι και αυτός της απαντούσε…… μέχρι που τους βρήκε το χάραμα.
Το επόμενο μεσημέρι, βρεθήκαν πάλι στη ίδια παραλία. Ζούσαν την κάθε στιγμή που είναι μαζί. Και το βράδυ πάλι όλοι μαζί για βόλτα και ύστερα οι δυο τους στην παραλία εκείνη, ξαπλωμένοι μέχρι το πρωί. 
Οι μέρες πέρναγαν και οι μικροί μας ήρωες ερχόντουσαν κάθε μέρα όλο πιο κοντά. Όλη την ημέρα ήταν μαζί, αχώριστοι, όταν μίλαγε ο ένας ο άλλος συμπλήρωνε και όποτε μπορούσαν κλέβανε χρόνο για μια αγκαλιά. Τα βράδια, στην παραλία τους, η νύχτα τους χαμογελούσε και τα αστέρια τους έκαναν παρέα μέχρι το ξημέρωμα.
Ένα βράδυ, μόλις έχουν φύγει οι φίλοι τους για τα σπίτια τους και οι δύο μικροί μας ήρωες έχουν πάει στην παραλία τους, το κορίτσι είπε στο αγόρι πως θέλει κάτι σοβαρό να του πει και θέλει να την κοιτάει στα μάτια.
Το κορίτσι του είπε πως έπρεπε να φύγει μακριά για πάντα και πως δεν θα ξανά έβλεπε ποτέ το αγόρι.
Εκείνος την ρώτησε γιατί το λέει αυτό και αν της συμβαίνει κάτι.
Τότε το κορίτσι εξήγησε στο αγόρι πως είναι νεράιδα, η καλή του νεράιδα που τον προστατεύει και τον φυλάει εδώ και χρόνια και θέλησε να τον πλησιάσει για να του δείξει πως δεν είναι μόνος του και ότι κάποιος είναι πάντα στο πλευρό του.
Επίσης του είπε πως το ξημέρωμα θα χαθεί και θα επιστρέψει στην παλιά της μορφή. Αρνήθηκε να την πιστέψει το αγόρι και την παρακαλούσε να του πει πως του κάνει πλάκα… μια ανόητη φάρσα.
Το πρόσωπο της όμως δεν γέλαγε αυτή τη φορά. Ήταν σοβαρό και τα μάτια της κοιτούσαν τα δικά του. Άρχισε να την πιστεύει. 
-Και τώρα; Συνεχώς την ρώταγε τι θα γίνει από δω και πέρα.
Η καλή του νεράιδα του εξήγησε πως πρέπει να συνεχίσει χωρίς αυτήν… τουλάχιστον χωρίς να την βλέπει. Του ήταν όλο αυτό πολύ δύσκολο.
Όλα γίναν τόσο σύντομα και τώρα πρέπει να ξεχάσει αυτήν που ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Δεν ήξερε τι να πει. Παραμόνο έκλαιγε συνέχεια.
Η καλή του νεράιδα, τον κρατούσε συνέχεια στην αγκαλιά της και τον παρηγορούσε. Θα έκανε τα πάντα για να τον ηρεμήσει.
Η καλή νεράιδα δεν άντεξε… έβαλε κι αυτή τα κλάματα.
Ένα δάκρυ έπεσε πάνω στον αγαπημένο της ήρωα και εκείνος αμέσως αποκοιμήθηκε.
Η καλή του νεράιδα δεν τον άφησε από την αγκαλιά της. 
Το ξημέρωμα, το πρώτο φως του ήλιου ξύπνησε τον μικρό μας ήρωα.
Κοιτάζει δίπλα μα ερημιά. Η καλή του νεράιδα είχε χαθεί. Όπως του είχε πει. Δεν ήταν όνειρο τελικά. Μόνο το μαντίλι που φορούσε στο λαιμό της είχε μείνει πίσω.
Ο μικρός ήρωας δεν άντεξε. Πονούσε πολύ. Τόσο όσο δεν είχε πονέσει ποτέ ξανά.
Λίγες ώρες αργότερα, κάποιοι περαστικοί φώναξαν ένα ασθενοφόρο.
Ένα μικρό αγόρι ήταν νεκρό στη παραλία και κρατούσε ένα λευκό μαντίλι.






Η δικτατορία της υπερευαισθησίας

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, που αδυνατούν να συγχρονιστούν με τους ρυθμούς, τα ιδανικά και τους στόχους της κοινωνίας μας. Κλείνονται στον κόσμο τους. Σταδιακά μαθαίνουν να τον υπερεκτιμούν και να τον απεχθάνονται ταυτόχρονα, να τον προασπίζουν, όταν οι άλλοι τον αμφισβητούν, και να τον απαξιώνουν, όταν τους οδηγεί σε συνεχή αδιέξοδα.
Τους λατρεύεις ή τους εξορκίζεις, αλλά σίγουρα, αν συσχετισθείς μαζί τους, δεν μπορείς να τους αγνοήσεις- τείνουν να απορροφούν κάθε ικμάδα και ενέργεια και απαιτούν αυτό, που και οι ίδιοι παρέχουν απλόχερα: πολλή προσοχή, φροντίδα, αποκλειστικότητα, σεβασμό, σε βαθμό ασφυκτικό ή υπέροχο.
Ζουν στις παρυφές του νευρωτισμού, της κυκλοθυμίας, της μελαγχολίας και της κατάθλιψης. Κατά συντριπτική πλειοψηφία (πάνω από 70%) είναι εσωστρεφείς. Συνολικά εικάζεται πως αποτελούν το 20% του γενικού πληθυσμού, ποσοστό διόλου ευκαταφρόνητο.
Το νευρικό τους σύστημα επεξεργάζεται τα ερεθίσματα με τρόπο διαφορετικό, βαθύτερο, περισσότερο ενδελεχή. Τα χρώματα είναι πιο ζωντανά, η λεπτομέρεια εμφανέστερη, οι ήχοι γεμάτοι αποχρώσεις, οι αισθήσεις δυνατές, η οικουμένη πιο περίπλοκη, απαιτητική και τα λόγια των ανθρώπων μεστά νοημάτων, υπαινιγμών, άδηλων προθέσεων και ανερμήνευτων κινήτρων.
Κατακλύζονται ανά πάσα στιγμή από τα δεδομένα δύο παράλληλων πραγματικοτήτων: Της εσωτερικής με το υπερτροφικό υπερεγώ και τα ακόρεστα πάθη, με την αντινομία των θέλω και των πρέπει, με την καταδυνάστευση μιας εικόνας, που πάση θυσία πρέπει να διαφυλαχθεί, ακόμα κι αν αυτό εγκλωβίσει τις πιο μύχιες επιθυμίες. Και συνάμα τους συγκλονίζουν οι δυσερμήνευτοι χρησμοί των απαιτήσεων των άλλων, που τις περισσότερες φορές ελαύνουν ως κατακτητές παρά ως προσκυνητές στην ουτοπία και την αυταπάτη και τη νηνεμία.
Τα πλήθη τους ζαλίζουν, προτιμούν την μικρή, δημιουργική παρέα. Μισούν τους αγροίκους, τους αγενείς, τους υπερόπτες. Η βοή φαντάζει εκκωφαντική, η τελειοθηρία μετατρέπεται σε αποφυγή, τα συναισθήματα μίγμα εκρηκτικό, αλλά ποθητό και επικίνδυνο. Τι βολικό αν κάποιος ανακάλυπτε τις εξωτικές τους ιδιότητες και καθηλωνόταν στη λαγνεία των εκφάνσεών τους.
Η εμπειρία τους κάνει χειριστικούς, ο χαρακτήρας τους εξεγείρει τις υποθέσεις, η προσωπικότητα τους οδηγεί στα πιο συμβατικά, αλλά και στα πιο παράτολμα. Και μονίμως παραδίδουν γη και ύδωρ σε λάθος άτομα, απορρίπτοντας τους καταλληλότερους και αδιαφορώντας για το πασιφανές.
Παίρνουν τα πάντα στα σοβαρά, δίνονται ολόψυχα, λατρεύουν τις λεπτές ευγενικές κινήσεις, τη διακριτικότητα, τα όρια, το σεβασμό. Καθώς επεξεργάζονται το αδιόρατο για τους πολλούς, γίνονται πιο επιφυλακτικοί, επιζητούν εχέγγυα, δεν ενδίδουν στον αυθορμητισμό, ρέπουν προς την κρυψίνοια, έλκονται από το παραμυθένιο, το φανταστικό, το ιδεατό, το άπιαστο.
Χρειάζονται χώρο για τον εαυτό τους, ζυγίζουν τις συμπεριφορές μέσα από το καλειδοσκόπιο των συναισθημάτων, μαγεύονται από την τέχνη, την αισθητική, γίνονται επιτομή της δημιουργικότητας, αρκεί να τους παρασχεθεί το κίνητρο, το πεδίο της μάχης, στο οποίο θα θυσιάσουν το είναι τους.
Πληγώνονται εύκολα, αν ανοιχτούν, ηττώνται, αν επενδύσουν, προδίδονται, αν εμπιστευθούν.
Κι όλα αυτά τα βιώνουν δίχως ο άλλος να έχει περιπέσει σε κάποιο εξόχως μεμπτό σφάλμα. Απλά, δεν κατόρθωσε να αποκρυπτογραφήσει την οπτασία, που είχαν πλάσει, δεν ήταν ικανός να ξεκλειδώσει τους μυστικούς κώδικες, προσέφερε αταίριαστο γοβάκι στα πόδια της σωστής Σταχτοπούτας.
Αν γνωρίζετε τέτοια πρόσωπα και έχετε μάθει να αντέχετε στους ριψοκίνδυνους εναγκαλισμούς και στις ανασφαλείς προσκολλήσεις, αφιερώστε τους χρόνο προσοχή, θαυμασμό και ενδιαφέρον. Με εντιμότητα και εναργείς προσεγγίσεις. Προχωρώντας με την διστακτικότητα και τον ενθουσιασμό του εξερευνητή σε ατραπούς πρωτοπερπατημένες.
Αλλιώς, το πιθανότερο είναι να συγκρουσθείτε ή να λυπηθείτε, όπως ο ποιητής που «άφησε να περάσει ένα πλατύ ποτάμι ανάμεσα από τα δάχτυλά του, χωρίς να πιει ούτε μια στάλα.»

Ευστράτιος Παπάνης - Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου




Nietzsche - Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»



«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». -Friedrich Nietzsche

Αγάπη και φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις.

Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές.

Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ' την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.

Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία;

Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια;

Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου;

Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά.

Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει· δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι' αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.

Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτόν μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούριο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή».

Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ' το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»).

Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται. Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός, ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και την χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούριας κατάστασης.

Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη.

Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του, όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.

Αν καθίσουμε και σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτ' άλλο παρά απ' το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ' την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος του είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!...

Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και Θα αναρωτηθούμε: Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πως έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.

Η συνήθεια, σ' αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι.

Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανήσιοι.

Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους.

Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.

Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ' ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία, σ' έναν καινούριο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους.

Αλλά ποιός γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιός άνθρωπος την έζησε;

Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι φιλία.



Friedrich Nietzsche, «Η θεωρία του σκοπού της ζωής» -απόσπασμα




ΠΗΓΗ...http://www.o-klooun.com

Η πέρδικα – του Μιχάλη Μακρόπουλου



Ήταν ένα γερό κι όμορφο, αλλά αγέλαστο παλικάρι, ο Λιάκος, που ζούσε σ’ ένα χωριό στο σύνορο Ελλάδας με Αλβανία, κει που συνορεύουν η ερημιά του βουνού με τη μοναξιά τ’ ανθρώπου, κι όπου οι πέτρες, αν ξέρεις να τις ρωτήσεις, θα σου μιλήσουν για μάχες και νεκρούς, και για τη φτώχεια και την ξενιτιά.

Νωρίς ένα πρωί ο Λιάκος ανηφόρισε στο Κουτσόκρανο από μονοπάτια που τα ’ξεραν μόνον οι κυνηγοί και οι τσομπάνηδες. Του άρεσε να περνάει ώρες ολόκληρες μονάχος στο βουνό. Λίγο χαμηλότερα από την κορυφή ο Μαύρος, ο σκύλος του Λιάκου, τεντώθηκε ξαφνικά –σωστό ελατήριο− και χίμησε σηκώνοντας πέρδικες από χάμω. Σήκωσε ο Λιάκος το όπλο κι έριξε. Μια πέρδικα έπεσε κάτω λαβωμένη, και με τη λιγοστή ζωή που ’χε ακόμη μέσα του το πουλί είπε:

«Λυπήσου με, χάρισέ μου τη ζωή κι εγώ θα σε κάνω ευτυχισμένο».

«Πώς θα με κάνεις ευτυχισμένο εσύ, μια πέρδικα;» ρώτησε ο Λιάκος.

«Θα σου χαρίσω ό,τι θα ’ναι για σένα το πιο πολύτιμο και το πιο όμορφο, και θα το αγαπάς πιο πολύ από καθετί άλλο».

«Εντάξει, πέρδιπέρδικακα», είπε ο Λιάκος, «θα σε λυπηθώ μόνο τούτη τη φορά».

Το παλικάρι γύρισε με τον Μαύρο στο χωριό του, αλλά τώρα οι μέρες ήσαν αλλιώτικες γιατί ο Λιάκος περίμενε ό,τι του είχε τάξει η πέρδικα. Αν με κορόιδεψε, συλλογιόταν, θα την πετύχω ξανά στο βουνό και τότε δε θα τη λυπηθώ.

Ένα βράδυ ο Λιάκος σκάλιζε με το μαχαίρι του μια πέρδικα σε μια γκλίτσα και η πόρτα χτύπησε. Άνοιξε κι αντίκρισε μια κοπέλα που ωραιότερή της δεν είχε δει ποτέ.

«Δε θα με προσκαλέσεις να μπω;» του είπε εκείνη.

Την προσκάλεσε και, για να μην τα πολυλογώ, ένα μήνα μετά έγιναν στο χωριό οι γάμοι του Λιάκου και της Πέρδικας. Όλοι έλεγαν πως πιο όμορφη κοπέλα, και πιο ταιριαχτό αντρόγυνο, δεν είχαν ματαδεί. Κι ο Λιάκος δεν ήταν πια το αγέλαστο παλικάρι που όλοι ήξεραν. Για όλους είχε έναν γκαρδιακό λόγο κι ένα χωρατό.

«Μόνον», του είπε η Πέρδικα «πρέπει να μην παραβείς δυο χάρες που θα σου ζητήσω. Πρέπει, όποτε λείπω, να μη με γυρέψεις. Θα γυρίσω μονάχη. Και πρέπει να μην ξανακυνηγήσεις ποτέ πέρδικα».

Ο Λιάκος στεναχωρήθηκε γιατί αγαπούσε τόσο την Πέρδικα, που δεν έκανε δίχως αυτήν ούτε στιγμή, και γιατί, απ’ όλα τα πράματα, πιο πολύ αγαπούσε το κυνήγι. Αλλά συμφώνησε.

Κάθε μέρα η Πέρδικα έλειπε για λίγες ώρες, κι όταν γυρνούσε ο Λιάκος τη ρωτούσε: «Πού ήσουν;» κι εκείνη αποκρινόταν: «Με τις φιλενάδες μου» και δεν έλεγε τίποτε άλλο. Όσο κι αν τη ρωτούσε και την ξαναρωτούσε, και την πίεζε να του πει ποιες ήσαν οι φιλενάδες της, εκείνη άλλην απόκριση δεν του ’δινε.

Μια μέρα που ’λειπε η Πέρδικα, ο Λιάκος ήταν ανήσυχος, δεν τον χωρούσαν τα ρούχα του, το σπίτι. Πήρε τ’ όπλο του, σφύριξε στον Μαύρο να ’ρθει και πήρε το μονοπάτι για το Κουτσόκρανο. Δεν πάω να κυνηγήσω, συλλογίστηκε. Τ’ όπλο το παίρνω μην τύχει τίποτε. Τον Μαύρο τον παίρνω για συντροφιά.

Λίγο πριν από την κορυφή, έξαφνα ο Μαύρος τεντώθηκε ελατήριο, και χίμησε. Ένα κοπάδι πέρδικες σηκώθηκε από χάμω, πέταξαν όπως φεύγουν σκόρπιοι στον αέρα οι σπόροι από το χέρι του γεωργού.

Εκείνη τη στιγμή ο Λιάκος λησμόνησε την υπόσχεσή του, σήκωσε το όπλο, έριξε και πέτυχε μια πέρδικα στο φτερό και το λαιμό. Το πουλί έπεσε καταγής σπαρταρώντας και μια μεταμόρφωση συνέβη μπροστά στα μάτια του κυνηγού. Το κεφάλι και το κορμί του πουλιού μάκρυναν κι άλλαξαν, οι φτερούγες έγιναν χέρια, και μπρος στο Λιάκο τώρα ήταν πεσμένη στη γη, γυμνή και λαβωμένη, η Πέρδικα, με σφαλιστά μάτια, ψυχομαχώντας.

Τρελάθηκε αυτός από τον πόνο και την αγωνία, δεν ήξερε τι να κάνει. Πήρε την ετοιμοθάνατη στην αγκαλιά του· στην κορυφή ήταν το ξωκλήσι του Αϊ-Λια, την πήγε ως εκεί, την ξάπλωσε μες στην εκκλησιά και προσευχήθηκε να την έκανε καλά ο άγιος, και δε θα ξανάπιανε στη ζωή του όπλο.

Όλη νύχτα η κοπέλα πότε δρασκέλιζε το κατώφλι του Άδη και πότε κάτι την τραβούσε πίσω. Ο Λιάκος δεν έκανε ρούπι απ’ το πλευρό της· της κρατούσε το χέρι και προσευχόταν. Ώσπου, τέλος, παρακάλεσε:

«Να ζήσει αυτή παντοτινά κι ας τη χάσω εγώ για πάντα».

Τότε οι λαβωματιές χάθηκαν και το κορμί της Πέρδικας πήρε μεμιάς να μικραίνει και να αλλάζει, τα χέρια της να φτερώνουν, κι έγινε πουλί που πέταξε από το ξωκλήσι έξω, πάνω που αρχινούσε να ροδίζει η ανατολή.

Ο Λιάκος γύρισε στο ερημόσπιτό του με βαριά καρδιά, και από τότε κρατούσε άλλοτε την γκλίτσα του τσομπάνη κι άλλοτε το τσαπί του γεωργού, αλλά όπλο δεν ξανάπιασε. Μόνον ανέβαινε στο Κουτσόκρανο και, όποτε έβλεπε πέρδικα, του φαινόταν πως ήταν κείνη, και η καρδιά του τότε φτερούγιζε μαζί με το πουλί.

Έμεινε μόνος μέχρι τα βαθιά γεράματα, και έτσι μόνος πέθανε.

Αφού όμως τον κήδεψαν, δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μην έρθει μια πέρδικα και να κάτσει στο χορταριασμένο μνήμα. Το πουλί τιτίβιζε λυπητερά για λίγο, και μετά πετούσε ψηλά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]




ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας Θ. Θεοδωρίδης: «ΟΧΙ στη κατάργηση του Αστυνομικού Τμήματος Κρύας Βρύσης»



Επιστολή διαμαρτυρίας του Αντιπεριφερειάρχη Πέλλας προς τον Αναπληρωτή Υπουργό Προστασίας του Πολίτη


Επιστολή με την οποία εκφράζει την έντονη διαφωνία και διαμαρτυρία του για την κατάργηση του Αστυνομικού Τμήματος Κρύας Βρύσης απέστειλε ο Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας Θεόδωρος Θεοδωρίδης.

Ο κ. Θεοδωρίδης, είχε με επιστολή του αναφερθεί στο παρελθόν για μια σειρά από βάσιμα επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία η μόνη λύση για την Πέλλα είναι η διατήρηση και ενδυνάμωση των Αστυνομικών Τμημάτων της περιοχής μας. 

Άλλωστε, ο κ. Αντιπεριφερειάρχης ήταν ο πρώτος που είχε κρούσει τον «κώδωνα του κινδύνου» πριν από τέσσερα περίπου χρόνια με την υπ’ αριθ. 1367/18-2-2011 επιστολή του για την επερχόμενη κατάργηση των Αστυνομικών Τμημάτων Κρύας Βρύσης και Άρνισσας, όμως, τότε κάποια κυβερνητικά στελέχη είχαν σπεύσει να διαψεύσουν αυτήν την εξέλιξη. Στο νέο σχέδιο προεδρικού διατάγματος η ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας εντελώς ατεκμηρίωτα προχωράει στην κατάργηση του Αστυνομικό Τμήμα Κρύας Βρύσης

Ακολουθεί η επιστολή του κ. Αντιπεριφερειάρχη:

«Αξιότιμε κ. Υπουργέ, 

Αρχικά, με αφορμή το σχέδιο αναδιάρθρωσης των αστυνομικών τμημάτων στην Επικράτεια θα θέλαμε να καταστήσουμε σαφές ότι είμαστε κάθετα αντίθετοι στην κατάργηση του Αστυνομικού Τμήματος Κρύας Βρύσης και ζητούμε την διατήρηση και ενίσχυσή τους με προσωπικό και υποδομές.

Σε προηγούμενη επιστολή είχα αναφερθεί ότι πρόκειται για μια κατ’ επίφαση διαβούλευση του σχεδίου αναδιάρθρωσης με την οποία δίνεται η εικόνα ότι είναι ήδη προαποφασισμένη η υλοποίηση του προγραμματισμού που έχει κάνει η Κυβέρνηση και μάλιστα ότι αυτή γίνεται χωρίς ουσιαστικό στρατηγικό σχεδιασμό.  Στην περίπτωση της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας είχαμε αναφέρει τις περιπτώσεις των δύο Αστυνομικών Τμημάτων που περιλαμβάνονται στα αρχικώς προς κατάργηση Τμήματα και με επιχειρήματά μας, διατηρήσατε πολύ σωστά, το Αστυνομικό Σταθμό Άρνισσας. Στην περίπτωση όμως του Δήμου Πέλλας, αφήνεται έναν Δήμο των 65.000 κατοίκων με ένα αστυνομικό τμήμα, καταργώντας το Α.Τ. Κρύας Βρύσης. 

Αναφορικά με το Αστυνομικό Τμήμα της Κρύας Βρύσης, το οποίο στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτίριο και δεν επιβαρύνει το δημόσιο, υπογραμμίζουμε ότι η κατάργησή του θα επιφέρει αρνητικές συνέπειες στο αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, όπως έξαρση εγκληματικότητας, αύξηση των περιστατικών παραβατικότητας και δυσλειτουργία διεκπεραίωσης σχετικών γραφειοκρατικών υποθέσεων εξαιτίας της μεγάλης προσέλευσης, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλοδαπών εργατών γης από τρίτες χώρες.

Επιπρόσθετα, το Αστυνομικό Τμήμα της Κρύας Βρύσης έχει σημειώσει πολλές επιτυχίες σε επείγοντα και άκρως σοβαρά περιστατικά που σχετίζονται με τη δημόσια ασφάλεια. Άλλωστε, η ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών και της Κρύας Βρύσης πολύ συχνά ελέγχεται από τις αστυνομικές υπηρεσίες όχι μόνο της Πέλλας, αλλά και της Κεντρικής Μακεδονίας, για περιστατικά που έχουν σχέση με διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών, αφού ο μεγάλος κάμπος ευνοεί την ύπαρξη τέτοιων καλλιεργειών. Και σε αυτό το κομμάτι το Αστυνομικό Τμήμα της Κρύας Βρύσης προχωρά σε συντονισμένες ενέργειες και επιχειρήσεις καταστολής με σημαντικές επιτυχίες.

Γεωγραφικά, το Αστυνομικό Τμήμα Κρύας Βρύσης ανήκει στον Δήμο Πέλλας ο οποίος, με τον πληθυσμό να φτάνει τις 65 χιλιάδες κατοίκους κατατάσσεται δέκατος (10ος) της Δήμους της Κεντρικής Μακεδονίας και τριακοστός όγδοος (38ος) πανελλαδικά. Δηλαδή, με την κατάργηση του πολύ σημαντικού, λόγω της γεωγραφίας του, Αστυνομικού Τμήματος αποδυναμώνεται ένας από της μεγαλύτερους Δήμους της Χώρας.

Επιπλέον, η απόσταση που πρέπει να διανύσουν τα στελέχη των Αστυνομικών Υπηρεσιών των Γιαννιτσών, όπου βρίσκεται η έδρα του Δήμου Πέλλας είναι πολύ μεγάλη ενώ, οι αρμοδιότητες φτάνουν σε ακτίνα 50 χιλιομέτρων. Έτσι, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να υπάρξει πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, τη στιγμή μάλιστα που στον εν λόγω Δήμο ανήκουν τριάντα τρεις (33) Δημοτικές και Τοπικές Κοινότητες. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο χρόνος κάλυψης της απόστασης Τ.Κ. Αθύρων – Τ. Κ. Σταυροδρομίου είναι μία (1) ώρα! 

Μία πρόταση, την οποία είχαμε καταθέσει παλιότερα αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση θα ήταν η επάνδρωση του Αστυνομικού Τμήματος Κρύας Βρύσης με στελέχη που σήμερα υπηρετούν στις υπηρεσίες των Γιαννιτσών, με παράλληλη όμως αύξηση αρμοδιοτήτων του Α.Τ. Κρύας Βρύσης στη Δημοτική Ενότητα Μεγάλου Αλεξάνδρου. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται αποσυμφόρηση υπαλλήλων από το Αστυνομικό Τμήμα Γιαννιτσών, παραμένει το Αστυνομικό Τμήμα Κρύας Βρύσης αναβαθμισμένο και καλύπτονται στον τομέα της αστυνόμευσης κοντινές μεταξύ τους περιοχές αποτελεσματικά και άμεσα. 

Συν τοις άλλοις, η τοπική οικονομία θα υποστεί μεγάλο πλήγμα, διότι, η κατάργηση του Αστυνομικού Τμήματος θα επιφέρει ένα «ντόμινο» αποχωρήσεων υπηρεσιών που έχουν απομείνει στην περιοχή καθώς και κλείσιμο επιχειρήσεων. Άρα, η πολιτική της Κυβέρνησης κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν την ανάπτυξης και της προόδου.

Θα θέλαμε ακόμη να σχολιάσουμε την αύξηση των περιπολιών για την καλύτερη αστυνόμευση που αναφέρεται ως η απάντηση στην κατάργηση των Αστυνομικών Τμημάτων. Αυτή η επιλογή δεν είναι λύση, ιδίως όταν οι υποδομές και, συγκεκριμένα, τα περιπολικά που θα χρησιμοποιούνται από τα στελέχη των Αστυνομικών Τμημάτων είναι σε άθλια κατάσταση, γεγονός που καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική αστυνόμευση των περιοχών.

Ως εκ τούτου, αντιδρούμε στην κατάργηση του Αστυνομικού Τμήματος Κρύας Βρύσης και ζητούμε την ενίσχυση των δομών της για την ακόμη καλύτερη αστυνόμευση των περιοχών, σε μία ακριτική Περιφερειακή Ενότητα με της γεωγραφικές ιδιαιτερότητες. 

Η λογική των «τυφλών» δημοσιονομικών περικοπών δεν αρμόζει στην Ελληνική Περιφέρεια που υφίσταται της τραγικές συνέπειες των μνημονίων και, συνεχώς, αποδυναμώνεται.

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι ο σχεδιασμός για τις αλλαγές στο Πρόγραμμα «Καλλικράτης» προσδιορίζεται στο 2017 και θα επιφέρει και χωροταξικές αλλαγές με δημιουργίες νέων δήμων. Συνεπώς προτείνουμε η ενδεχόμενη αναδιάρθρωση των Αστυνομικών Τμημάτων να πραγματοποιηθεί παράλληλα με τις τροποποιήσεις του «Καλλικράτη» ώστε να δημιουργηθεί μια λειτουργική οργάνωση των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας. 

Η Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας έχει δεχτεί απανωτά χτυπήματα με κατάργηση και συγχώνευση υπηρεσιών και δεν μπορεί να υποστεί κάτι ανάλογο με το Αστυνομικό Τμήμα Κρύας Βρύσης που βρίσκεται σε περιοχή με πολλά και δυσανάλογα προβλήματα.

Ευχαριστούμε για τη συνεργασία, ζητάμε να εξετάσετε με προσοχή το αίτημά της και παραμένουμε στη διάθεσή της για περισσότερες πληροφορίες.

Με εκτίμηση,
Θεόδωρος Ι. Θεοδωρίδης
Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας»

Να επισημάνουμε ότι η επιστολή κοινοποιείται στον Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης και στον Αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. 

"Εναλλαγή" - ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ



Δεν θα γίνεις ποτέ δικός μου.
Ούτε εγώ δική σου.
Έτσι λοιπόν, θα είμαστε μαζί
Όχι ο ένας κτήμα του άλλου.
Αλλά εκκεντρικά μαζί και ξέχωρα,
Θα βλέπουμε, φαντάσου
Το ίδιο αστέρι, λόγου χάριν
Μα θα κάνουμε περισσότερες ευχές.
Θα βλέπουμε, φαντάσου
Ένα το φεγγάρι, επί παραδείγματι
Μα θα εστιάζουμε σε διάφορους κρατήρες του
 Ο καθένας.
Κι αν τυχόν  χαρίσουμε λυγμούς
Σε κάποια πλάση
Τότε,
Οι λόγοι που θα συντρέχουν θα είναι
Αρκετοί, πολλοί, άπειροι, ατέρμονοι
Μα όχι δα και αδιέξοδοι.

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ

(συλλογή: Εαρινά Ηλιοτρόπια, Εκδ. Νοών Αθήνα 2014)


ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ- ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
H Μαρία Γ. Τζανάκου γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Κατά την περίοδο 2004-2008 σπούδασε στο φιλολογικό τμήμα του πανεπιστημίου Αθηνών από όπου και πήρε το πτυχίο της με ειδίκευση στην μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία.
Η ενασχόλησή της με την Ποίηση, χρονολογείται από την εποχή που ήταν μαθήτρια λυκείου (μεταίχμιο γυμνασίου-λυκείου) περίοδο κατά την οποία, έχει γραφτεί ένα τμήμα της πρωτόλειας και εκδοθείσας το έτος 2005 συλλογής της (α)"Συμπαντικές Καταδύσεις". Στη συνέχεια και μέχρι σήμερα έγραψε και κυκλοφόρησαν κατά σειρά οι ακόλουθες ποιητικές της συλλογές:

(β) Υπομνήματα Σιωπής, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2006
(γ)Τριμερής Συστοιχία Μέθεξης, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2007
(δ) Πεποιθησιογόνα, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2012.
(ε) Εαρινά Ηλιοτρόπια, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2014
καθώς και το παραμύθι:
(στ) Φλάφυ το Αρκουδάκι, Εκδόσεις Νοών, Αθήνα 2015
Το έτος 2012 έλαβε ποιητικό αριστείο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κελαινώ" καθώς και βραβείο για την ποιητική συλλογή "Πεποιθησιογόνα".
Το έτος 2015 έλαβε ποιητικό βραβείο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κελαινώ" για την ποιητική συλλογή: Εαρινά Ηλιοτρόπια".
Ποιήματά της έχουν περιληφθεί:
1. Στο Ανθολόγιο Ποίησης «Αχ Έρωτα- Ημερολόγιο 2016, Εκδόσεις Βεργίνα»
2. Στην δοκιμιακή μελέτη και ανθολογία της Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη «Ο Ελληνικός Στίχος, εκδόσεις Αγγελάκη
3. Στον 28ο τόμο της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ.
Από το 2013 είναι διαχειρίστρια του λογοτεχνικού ιστολογίου ΛΗΚΥΘΟΣ (licithos.blogspot.gr)καθώς και των ιστολογίων (licithos2.blogspot.gr, mariatzanakoupoems.blogspot.gr, apofthegmatologio.blogspot.gr, karavakioneirwn.blogspot.gr)
Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.


ΠΗΓΗ...http://licithos.blogspot.gr/

ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...