Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΝΟΥ


Αριδαία, 4/10/2016

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΟΔΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΝΟΥ

Συνεχίζονται οι εργασίες συντήρησης του οδικού δικτύου από τον Δήμο Αλμωπίας. Χθες τα μηχανήματα εργάστηκαν στο Πευκωτό. Σήμερα συνέχισαν στο Βορεινό όπου ο Δήμαρχος Αλμωπίας κ. Δημήτρης Μπίνος μαζί με τον Πρόεδρο κ. Βασίλη Ματζηρίδη και τον Τοπικό Σύμβουλο κ. Γιώργο Τσαπράζη ξεναγήθηκε στο χωριό και παρακολούθησε την εξέλιξη των εργασιών.
Ήδη έχει καλυφθεί ένα μεγάλο μέρος των λακκουβών και οι εργασίες θα συνεχιστούν τις επόμενες μέρες στο Βορεινό ώστε να ολοκληρωθεί η παρέμβαση που δίνει λύσει σε ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι του χωριού.
Ο Δήμαρχος Αλμωπίας κ. Δημήτρης Μπίνος παρακολούθησε τις εργασίες και έκανε την εξής δήλωση:
«Σήμερα επισκέφθηκα το Βορεινό, όπου πραγματοποιείται μία πολύ σημαντική παρέμβαση. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο και το Τοπικό Συμβούλιο για την άψογη συνεργασία. Σήμερα έπεσε άσφαλτος μετά από πολλά χρόνια στο Βορεινό και θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα χωριά. Το οδικό δίκτυο εντός των οικισμών ήταν άθλιο. Πλέον η εικόνα αλλάζει με την καθοριστική παρέμβαση της δικής μας Δημοτικής Αρχής. Είναι ενδεικτικό ότι οι κάτοικοι μας πλησιάζουν και μας εκφράζουν το παράπονό τους που τόσα χρόνια ένιωθαν παραμελημένοι, ενώ παράλληλα μας ευχαριστούν γι’ αυτή μας την ουσιαστική παρέμβαση. Όσο περνά ο καιρός, κατανοώ τον πραγματικό λόγο που τα μέλη της προηγούμενης Δημοτικής Αρχής μας κατακρίνουν για τις φωτογραφίες που παρουσιάζουμε καθημερινά: Τρομάζουν και οι ίδιοι με την εικόνα που μας παρέδωσαν».



ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΥΤΑ ΑΛΜΩΠΙΑΣ


Αριδαία, 4/10/2016

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΥΤΑ ΑΛΜΩΠΙΑΣ

Το έργο επέκτασης του ΧΥΤΑ Αλμωπίας και εκσυγχρονισμού του υπάρχοντος Βιολογικού επισκέφθηκε ο Δήμαρχος Αλμωπίας κ. Δημήτρης Μπίνος.
Έτσι, είχε την ευκαιρία να ενημερωθεί εκτενώς για την πορεία των εργασιών αυτού του πολύ σημαντικού έργου για ολόκληρο το Δήμο Αλμωπίας. Ο Δήμαρχος ξεναγήθηκε στην έκταση τόσο του 2ου όσο και του 1ου κυττάρου και παρακολούθησε τις εργασίες από κοντά. Όπως τον ενημέρωσε εκπρόσωπος της αναδόχου εταιρίας «Άξιον Τεχνική Α.Ε.», οι εργασίες βρίσκονται σε πολύ καλό στάδιο και προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς.
Συγκεκριμένα, έχει ήδη τοποθετηθεί η συνθετική μεμβράνη πάνω από την οποία τοποθετείται άμμος ώστε να ολοκληρωθεί η μονωτική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα κατασκευάζονται τα φρεάτια ελέγχου και το δίκτυο συλλογής των στραγγισμάτων των απορριμμάτων, το οποίο θα καταλήγει στον Βιολογικό.
Ο Δήμαρχος Αλμωπίας κ. Δημήτρης Μπίνος εξέφρασε την ικανοποίησή του για τους ρυθμούς υλοποίησης του έργου και τόνισε ότι αυτό το έργο είναι πολύ σημαντικό για τον τόπο μας και θα αναβαθμίσει την ποιότητα ζωής των συμπολιτών μας.
Ο προϋπολογισμός του έργου, ανέρχεται στα 3.394.691 ευρώ.


Το φίδι και το γεράκι, Μαξίμ Γκόρκι


Το φίδι δεν μπορεί να καταλάβει το γεράκι. 
«Γιατί δεν ξεκουράζεσαι εδώ στα σκοτεινά, 
στην όμορφη, γλιστερή υγρασία;» ρωτάει το φίδι. 
«Γιατί να πετάγεσαι στους ουρανούς; 
Δεν ξέρεις τους κινδύνους που παραμονεύουν εκεί, 
τη βία και την καταιγίδα που σε περιμένουν εκεί, 
και το όπλο του κυνηγού που θα σε γκρεμίσει 
και θα καταστρέψει τη ζωή σου;».

Αλλά το γεράκι δεν έδειξε προσοχή. 
Άπλωσε τις φτερούγες του 
και πετάχτηκε στους αιθέρες, 
με το θριαμβευτικό τραγούδι του 
να αντηχεί στους ουρανούς.

Μια μέρα το γεράκι γκρεμίστηκε, 
το αίμα ανάβλυζε από την καρδιά του 
και το φίδι είπε :
 «Ανόητε, σε προειδοποίησα, 
σου είπα να μείνεις εκεί όπου ήμουν,
 στα σκοτεινά, στην όμορφη ζεστή υγρασία, 
όπου κανένας δεν μπορούσε να σε βρει 
και να σε βλάψει».

Αλλά με την τελευταία του πνοή, 
το γεράκι απάντησε : 
«Έχω πετάξει στους αιθέρες, 
έχω ανεβεί σε ύψη ιλιγγιώδη, 
έχω αντικρίσει το φως, 
έχω ζήσει, έχω ζήσει!». 

Το φίδι και το γεράκι, Μαξίμ Γκόρκι 

ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΙ - Paulo Coelho



Η Εύα περπατούσε στους κήπους του Παραδείσου με μια πολύ θλιμμένη έκφραση στο πρόσωπο της. Ξαφνικά, άκουσε τη φωνή του θεού να τη ρωτάει:

-Τι δεν πάει καλά στη ζωή σου;

Η Εύα απάντησε ότι δεν είχε με ποιον να μιλήσει.

Ο θεός, που ήθελε να τη βλέπει ευτυχισμένη, είπε ότι μπορούσε να δημιουργήσει έναν σύντροφο για εκείνη, τον οποίο θα ονόμαζε «άντρα».

-θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να μην είσαι μόνη, συνέχισε ο θεός, αλλά ακόμα κι έτσι δεν υπόσχομαι πολλά, καθώς εσύ έχεις ήδη πάρει τα καλύτερα στοιχεία και δεν πρέπει να πλάσω δύο ίδια πράγματα. Το καινούριο αυτό δημιούργημα μου θα είναι ατελές, θα του λείπει ένα πλευρό, θα λέει πολλά ψέματα και, όταν αισθάνεται ανασφάλεια, θα φέρεται υπεροπτικά.

-Κανένα προτέρημα;

-Σκέφτομαι. Ίσως, για να μην ανησυχείς για την τροφή, θα είναι πιο επιδέξιο όταν θα χρειάζεται να κυνηγήσει ζώα. Ωστόσο, μην σου προκαλέσει εντύπωση αν θα είσαι αναγκασμένη να ακούς διάφορες ιστορίες για τις ικανότητες και το θάρρος του πριν τα παραδώσει για να φαγωθούν.

-Τουλάχιστον θα σκοτώσει λιγάκι τη μονοτονία αυτού του Παραδείσου, είπε η Εύα.

-Συμφωνώ, θα φέρεται όμως σαν παιδάκι και θα διασκεδάζει με ανοησίες, παραδείγματος χάριν καβγαδίζοντας και κλοτσώντας μια μπάλα.

-Ακόμα κι έτσι θα είναι καλύτερα από το να είμαι μόνη μου όλη μέρα, επέμεινε η Εύα.

Ο θεός σκέφτηκε και ξανά σκέφτηκε και τέλος είπε:

-Εντάξει.. Όμως, επειδή εκτός απ' όλα τα άλλα θα είναι και πολύ ματαιόδοξος, πρέπει να θέσω έναν όρο.

-Και ποιος είναι αυτός;

-Πρέπει να τον αφήσεις να πιστεύει ότι δημιουργήθηκε πρώτος.

                                                                                                                      Paulo Coelho

Θυμάστε Ποιοι Ήσαστε Πριν σας Πουν Ποιοι Πρέπει να Είστε;


Δύο είναι οι πιο σημαντικές μέρες στη ζωή σου: η μέρα που γεννιέσαι και η μέρα που καταλαβαίνεις το λόγο που γεννήθηκες (Mark Twain). Αυτός που θα καταλάβει από νωρίς -ο χρόνος είναι πολύ σχετικός βέβαια- το λόγο ύπαρξής του και μπορέσει να θέσει προτεραιότητα στις επιλογές, τους στόχους και τα όνειρά του, έχει υλοποιήσει το πρώτο βήμα προς την επίτευξή τους.

Εδώ ελοχεύει ένας κίνδυνος, από τον οποίο δεν ξεφεύγουν πολλοί. Αυτός δεν είναι άλλος, από το να ακολουθείς και να πορεύεσαι σύμφωνα με τα θέλω και τις ζωές των άλλων.

Πως ξεχωρίζεις, αν ο στόχος για τον οποίο πασχίζεις χρόνια είναι καθαρά δική σου επιθυμία/πάθος και όχι κάποιου άλλου; Της κοινωνίας, των γονιών σου, του περίγυρού σου;

Κάνε την εξής ερώτηση στον εαυτό σου: Αν από αύριο δεν είχα τη δυνατότητα να προσπαθώ για τον σκοπό που έχω θέσει, θα με στεναχωρούσε ή θα με ανακούφιζε?

Αν απαντήσεις το πρώτο, μπορείς να ανακουφιστείς. Αν απαντήσεις το δεύτερο, μη στεναχωρηθείς, αλλά αναλογίσου…

Γιατί κρύβεσαι πίσω από το δάχτυλό σου, τους μικρούς καθωσπρεπισμούς και την αστείρευτη ανάγκη σου για επιβράβευση, που θρέφει μόνο το ναρκισσισμό και τη ματαιοδοξία σου?

Θες να φτάσεις, να κατακτήσεις, να ξεπεράσεις τους άλλους και ξεχνάς εσένα, τα δικά σου όρια, τη δική σου πορεία, η οποία τελικά δεν έχει αφετηρία.

Μπερδεύεις στόχους και όνειρα μαζί και μεταφράζεις μια αυτοματοποιημένη ζωή σε προσωπική εξέλιξη και “καριέρα”. Θυσιάζεις τις επιθυμίες σου και αισθάνεσαι ενοχές στη σκέψη και μόνο της πραγματοποίησής τους. Δεν εκφράζεσαι, δεν εκτίθεσαι, δεν αποπλαστικοποιείσαι, δε νιώθεις, δε ζεις.

Η ημέρα που καταλαβαίνεις για τι υπάρχεις, δεν είναι η μέρα που αποφασίζεις αν θα γίνεις δημοσιοράφος, ηθοποιός ή επιχειρηματίας. Είναι εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς, ότι το σώμα που περιφέρεις καθημερινά σε κάθε γωνία αυτού του πλανήτη έχει το δικό της νόημα και τη δική της ξεχωριστή αποστολή.

Ποια είναι αυτή; Ιδέα δεν έχω! Η περιέργειά μου, όμως, να μάθω είναι η προσωπική μου αφετηρία.

Η συνεχής αναζήτηση και η απόκτηση εμπειριών, μέσα από λάθος επιλογές προσώπων, καταστάσεων, κινήσεων, οι οποίες μόνο λάθος δε θα μπορούσαν εντέλει να χαρακτηριστούν, είναι η μόνη δίοδος για να μάθεις τι κάνεις ή δε κάνεις σωστά, τι θες ή τι δε θες να ξαναζήσεις και πώς μπορείς να αποφύγεις τυχόν παρανοήσεις και παρερμηνείες στο μέλλον, ώστε να μη νιώσεις δύσκαμπτος και ξένος από σένα.

Το να βρεις τι θες από τη ζωή σου, ποιο είναι το νόημά της σε ένα κόσμο που δε βρίσκεις νόημα, είναι μια διαρκής μάχη με τον εαυτό σου, η οποία, αν το σκεφτείς λίγο διαφορετικά, έχει πλάκα και ενδιαφέρον, ειδικά αν εφοδιάζεσαι με τα κατάλληλα όπλα.

Υπεραναλύουμε, βραχυκυκλώνουμε και κυνηγάμε πεισματικά ανέφικτες οντότητες, δίνουμε χώρο στο επουσιώδες, για να αποφύγουμε την ανάληψη του δικού μας “έργου”.

Εάν, λοιπόν, δε σου αρέσει κάτι στη ζωή που κάνεις, άλλαξέ το, φτιάξε το, διόρθωσέ το, παίξε μαζί του και δες τις προθέσεις του, με σένα να είσαι πάντα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Μην αφήνεις τρίτους ή εν γένει τη ζωή να σε πηγαίνει όπου θέλει, επειδή απλά έχεις κουραστεί να προσπαθείς και περιμένεις να σε σώσει κάτι ως εκ θαύματος.

Ποτέ η προσπάθεια δεν είναι αρκετή, αν δεν έχει κάποιο αποτέλεσμα. Ξεκίνα, λοιπόν, δια της ατόπου απαγωγής να ανακαλύψεις τι δεν θες και αν είσαι αρκετά ειλικρινής με τον εαυτό σου σε αυτά που θα αντικρίσεις και τα εξαλείψεις, οι πιθανότητες να κάνεις μια σταθερή αρχή για να δημιουργήσεις αυτό που δε ξέρεις ακόμα ότι είσαι, είναι με το μέρος σου.

Ελευθερία Καρακατσίνα




Ο Βασιλιάς και το τρελό νερό


Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκαιος και είχε έναν βεζίρη, που ήτανε και αυτός καλός και ήταν κι αστρολόγος.

Μια μέρα ο βεζίρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελαίνεται.
Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι άνοστο, μήτε τι είναι δίκαιο και τι άδικο.
Σαν τ’ άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος γυρίζει και λέγει στον βεζίρη: Αφού θα τρελαθεί όλος ο κόσμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελαθούμε κι εμείς, γιατί αλλιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιοσύνη;
Του λέγει ο βεζίρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θα ‘πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουμε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλασμένο και κρίνουμε παλαβά κι άδικα, μα δίκαια, όπως έχουνε χρέος.
Έτσι κι έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ’ αλήθεια, και το νερό ήτανε τρελό νερό, και τρελαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καημένοι τι τους γίνεται, και είχανε το ψεύτικο για αληθινό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκαιο. Μα ο σουλτάνος κι ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη.
Μα ο κόσμος τα ‘βλεπε ανάποδα και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζίρη και φωνάζανε πως τους αδικούνε και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά από καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζίρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτάνος στο βεζίρη:
Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσανε τα φρένα τους και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί να μας σκοτώσουν επειδή θέλουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζίρ αφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κι εμείς από το τρελό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε. Έτσι κι έγινε.
Ήπιαν και αυτοί από το παλαβό νερό και τρελαθήκανε, και κρίναμε τρελά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμεινε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο.

Απόσπασμα από το «Ευλογημένο Καταφύγιο» του Φώτη Κόντογλου




Πως Συνδέεται η “Λογική” με το “Συναίσθημα”

Λογική και το Συναίσθημα είναι δύο θεμελιακά αντικρουόμενες έννοιες. Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, είναι η υπεροχή του ενός έναντι του άλλου και αντίστροφα.
Κατά τη γνώμη μου, αν αποδεχτούμε αυτή τη πρόκληση, είμαστε εξ αρχής χαμένοι και αυτό γιατί ακριβώς έχουμε αποδεχτεί τυφλά ή αλλιώς “θεμελιακά” -όπως πολλοί άκριτα συμφωνήσατε παραπάνω-, ότι οι δύο αυτές έννοιες πρέπει να αντιτίθενται.
Είναι στη φύση μας να κατηγορούμε τις συνθήκες και τις περιστάσεις της ζωής μας για αυτό που οι ίδιοι είμαστε. Πρακτικά, μέσω αυτού υποδηλώνεται η αδυναμία ανάληψης ευθύνης για τον εαυτό μας, καθώς και η οικειοθελής παραχώρησης της δυνατότητας που υπάρχει, ώστε να δημιουργηθούν και να καλλιεργηθούν εύφορα εδάφη, ακόμα κι όταν είναι -φαινομενικά- άγονα.
Η δειλία και η απουσία πρωτοβουλίας καθορίζει τη δυνατότητα δράσης μας και μας ακολουθεί σε όλες τις πτυχές της ζωής μας.
Το κακό είναι ότι αυτή η αδράνεια έχει διαποτιστεί και εντυπωθεί στο υποσυνείδητό μας τόσο βαθιά, που θεωρούμε δεδομένη την υποταγή της λογικής μας, απέναντι σε ένα “έντονο” συναίσθημα. Με αυτό το τρόπο, απλώς δικαιολογούμε επιλογές και αποφάσεις που δεν απέβησαν ορθές και αντί να αναλογιστούμε τα αίτια και την ελλιπή προσπάθεια λογικού συλλογισμού, ρίχνουμε όλη την ευθύνη στο συναίσθημα, λες και είναι κάτι έξω από εμάς και πέρα από την εμβέλεια ελέγχου μας.
Σαφώς και είναι βέβαιο πως δε μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα γύρω μας, ούτε να αποτρέψουμε μη αναστρέψιμες καταστάσεις, επειδή “έτσι θέλουμε”, αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να αφήσουμε στη τύχη το γεγονός ότι μπορούμε να διαλέξουμε το πώς θέλουμε να νιώσουμε απέναντί τους.
Καθετί που αξίζει και θέλουμε να διαρκέσει, αποκτάται μέσα από οργανωμένη προσπάθεια και απαιτεί αφοσίωση και υπομονή, γιατί οι καρποί της είναι ένας μακροπρόθεσμος στόχος που θα μετατραπεί σε μια σταθερή κατάσταση.
Επομένως, η “αποτοξίνωσή” μας από μερικούς ανθεκτικούς μύθους που συνωμοτούν ενάντια στην ατομική υπευθυνότητα, επιτυγχάνεται μέσα από μια διαδικασία σκέψης, η οποία θα αναδείξει εν τέλει τη προσωπική ικανότητά μας να αποκτήσουμε αυτοέλεγχο και να αναγνωρίσουμε ότι τα συναισθήματα δεν είναι απλώς κάποιες συγκινήσεις που αισθανόμαστε, αλλά αντιδράσεις που διαλέγουμε να επιδείξουμε.
Έτσι, θα φτάσουμε στο σημείο να καταρρίψουμε τη τετριμμένη φράση, ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι για τα συναισθήματά μας, η οποία είναι απλά μια μοιρολατρική δήλωση.
Έχουμε συνηθίσει να εναποθέτουμε ελπίδες και να καταλογίζουμε ευθύνες σε όλους και όλα, προσπαθώντας να κρυφτούμε από τον εαυτό μας, γιατί φοβόμαστε να τον εκθέσουμε, σε περίπτωση που συνειδητοποιήσουμε πόσο σαθρός είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε.
Για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι κάποιος ή κάτι μας δημιουργεί ένα συναίσθημα, είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο, αλλά αυτό είναι απλά μια διαστρεβλωμένη αποτύπωση της πραγματικότητας.
Αντιθέτως, εμείς δημιουργούμε τη φύση του συναισθήματος, αναλόγως τη σκοπιά από την οποία βλέπουμε και σκεφτόμαστε για το εκάστοτε πρόσωπο ή κατάσταση.
Το συναίσθημα είναι μια σωματική αντίδραση σε μία σκέψη. Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, συνοψίζονται επαγωγικά στο ότι εφόσον ελέγχουμε τις σκέψεις μας και τα συναισθήματα προέρχονται από αυτές, τότε είμαστε ικανοί να ελέγχουμε και τα συναισθήματά μας, μέσω της επεξεργασίας σκέψεων που προηγούνται αυτών.
Φαίνεται πολύπλοκο, αλλά στη πραγματικότητα είναι πολύ απλό.

Ελευθερία Καρακατσίνα




Πηγή: reedomsays.gr

Η εκδίκηση των χαμένων παιδιών



– Ξέρεις τι σκέφτομαι;
– Τι;
– Να μπορούσα να γινόταν να γυρίσω πίσω και να τους καθαρίσω όλους. Να ‘χα υπερδυνάμεις, όχι σαν τον Σπάιντερμαν, πιο δυνατός, σαν τον άλλον με τους μαγνήτες και το κράνος, και πιο δυνατός. Και να τους σκοτώσω όλους.
– Τους κακούς.
– Όλους.
– Δεν είναι δίκαιο.
– Αυτό που κάναν σε μας είναι;

Τα μάτια του ξεσπούν, σούπερ νόβα άπειρου μίσους. Τα χέρια του δείχνουν το Limbo.

Εκατομμύρια παιδιά. Σύγχρονα κι αρχαία. Από δάση που δεν υπάρχουν πια, από αυτοκρατορίες και βασίλεια και χώρες που άκμασαν, παράκμασαν κι έμειναν στα βιβλία.

Παιδιά με τζιν παντελόνια και με μανδύες, με σορτσάκια και με δέρματα, κάποια γυμνά, κάποια με πάνα.

Όσα δολοφονήθηκαν έχουν μια λεπτή κόκκινη γραμμή κάτω απ’ το μάτι, σα δάκρυ σαν αίμα.

– Αν υπήρχε θεός θα πρεπε να γυρίσω πίσω και να τους σκοτώσω όλους.
– Μη λες τέτοια. Για το θεό. Για το θάνατο. Ξέρεις ότι δεν τα μπορώ αυτά. Λυπήσου με.

Χαιδεύει την κόκκινη γραμμή στο μάγουλο της.

– Εκείνοι. Εκείνοι δεν σε λυπήθηκαν.
– Όχι όλοι.
– Όλοι.
– Κάποιοι είναι αθώοι.
– Καλή μου Μαριόν. Κανείς δεν είναι αθώος. Κανείς μεγάλος. Κοίτα την Τζέλλα. Πέθανε απ’ την πείνα. Δεν το ήξεραν; Τι έκαναν;
– Με τρομάζεις. Δεν μιλάς σαν παιδί. Δεν σκέφτεσαι σαν παιδί.
– Δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα να γίνω παιδί. Δεν έπαιξα. Ζητιάνευα στο δρόμο, για να φάω. Αυτό θυμάμαι. Την άδεια μου κοιλιά, τη μάνα μου να κλαίει. Και τη λάμψη. Τη φωτιά.
– Δεν είσαι παιδί.
– Δεν μ’ άφησαν να είμαι. Ούτε κι εσένα.

Τους πλησιάζει μπουσουλώντας ένα μωρό, χωρίς όνομα, αβάφτιστο. Στέκεται με δυσκολία στα δυο του πόδια. Απλώνει το χέρι κι αγγίζει τα δάκρυα στο πρόσωπο του Αμπντάλλαχ.

– Κακί, κακί, λέει το μωρό.

– Η μαμά μου ήταν καλή, λέει η Μαριόν. Μου διάβαζε παραμύθια κάθε βράδυ. Μου παιρνε παγωτό και το χειμώνα.
– Παγωτό.
– Και το χειμώνα. Δεν ήταν κακή.
– Κακί, κακί, κάνει το μωρό.
– Θα την αφήσω να ζήσει. Τη μαμά σου.
– Δεν ζει. Μαζί ήμασταν στο θέατρο όταν ακούστηκε το μπαμ.

Η Μαριόν κλαίει. Ο Αμπντάλλαχ την αγκαλιάζει. Το μωρό λέει, κακί, κακί. Θεός δεν υπάρχει.

– Θα γυρίσω πίσω και θα τους σκοτώσω όλους.
– Αυτό κάνουν οι μεγάλοι. Μην το κάνεις.
– Το αξίζουν.
– Μην κάνεις σαν μεγάλος. Πήγαινε τους παγωτό.
– Παγωτό;
– Σε όλους.

Ο Αμπντάλλαχ γελάει.

– Τι σούπερ ήρωας είναι αυτός;
– Αυτός που δίνει παγωτό. Σε όλους.
– Μια φορά έφαγα παγωτό. Ήταν μια κυρία. Ξένη. Μου πήρε παγωτό, μου έδωσε λεφτά και γονάτισε. Κάτι μου είπε, στη γλώσσα της. Δεν κατάλαβα. Αλλά ήταν καλή.
– Κακί, κακί, φωνάζει το μωρό.
– Όχι! Ήταν καλή.
– Μην τη σκοτώσεις, λέει η Μαριόν.

Ο Αμπντάλλαχ παίρνει το μωρό στα χέρια του και το νανουρίζει. Έπειτα ψιθυρίζει, για να μην ξυπνήσει το μωρό.

– Θα θελα να πάω και να τους μιλήσω. Αλλά δε θα μ’ ακούσουν. Θα συνεχίσουν να σκοτώνουν και ν’ αδιαφορούν.
– Κάποιοι θ’ ακούσουν.
– Λίγοι.
– Μπορεί μόνο ένας.
– Ένας;
– Δεν σου φτάνει ένας;
– Τι μπορεί να κάνει ένας;
– Να σου πάρει παγωτό.

Ο Αμπντάλλαχ αφήνει το μωρό σ’ ένα σύννεφο.

– Ένας σούπερ ήρωας που να δίνει παγωτό;
– Καλύτερα απ’ τον άλλο που σκοτώνει.

Την κοιτάζει με λατρεία.

– Αν μεγαλώναμε θα σου ζητούσα να με παντρευτείς.
– Εγώ να μ’ αγαπήσεις.
– Σ’ αγαπάω αφού.
– Το ξέρω, χαζέ.

Κι αγκαλιάζονται. Το μωρό κοιμάται. Τα παιδιά παίζουν. Και υπάρχει θεός.




ΠΗΓΗ...http://sanejoker.info/

Η ιστορία του παιδιού που μιλούσε με τους νεκρούς


Η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν γνωρίζω αν είναι αληθινή. Για να είμαι ειλικρινής, εγώ δεν την πιστεύω. Όμως ο γέρος που μου την είπε όχι μόνο το πίστευε, αλλά ισχυριζόταν ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας.
Κι όλοι όσοι ήταν στο καφενείο εκείνο το απόγευμα επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του.
Όμως οι άνθρωποι πιστεύουν πολλά και όσα δεν καταλαβαίνουν τα διαστρεβλώνουν, έτσι ώστε να ταιριάξουν με τις πεποιθήσεις τους.
Ίσως κι εγώ το ίδιο να κάνω, όταν παριστάνω τον σκεπτικιστή.
~~{}~~
Την άκουσα πριν δεκαπέντε χρόνια.
Είχα πάει στο χωριό, τη Θάλαττα, κάπου ανάμεσα στην Αρκαδία και την Αρχαία Ολυμπία, για να δω τη γιαγιά μου. Ήταν, θυμάμαι, η τελευταία φορά που μου έφτιαξε κοτόσουπα. Λίγους μήνες μετά μπήκε στο νοσοκομείο -και δεν ξαναβγήκε ζωντανή.
Ένα μεσημέρι βγήκα να περπατήσω ανάμεσα στις ελιές και στα αμπέλια. Το απόγευμα έφτασα στο πιο κοντινό χωριό, τον Άι Γιώργη. Λίγα σπίτια ζωντανά, μια εκκλησία κι ένα καφενείο.
Έκατσα να πιω έναν καφέ, πριν πάρω το δρόμο της επιστροφής. Εκεί γνώρισα τον μπαρμπα-Κώστα, τον Μανάγια -έτσι μου συστήθηκε
Του είχαν δώσει αυτό το παρατσούκλι γιατί όταν ήταν παιδί φοβόταν να περάσει μια γέφυρα. Πάλεψε με τον εαυτό του, τα κατάφερε, και σαν έφτασε στην άλλη μεριά ξεκίνησε να λέει στη μάνα του: «Μάνα για, μάνα για» (Μάνα να, μάνα δες).
Και του ‘μεινε, πιο πολύ κι από επίθετο, εκείνο το Μανάγιας.
Ήταν πάνω από ενενήντα όταν τον συνάντησα. Όπως κι όλοι οι θαμώνες του καφενείου, όπως όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Τα παιδιά τους είχαν φύγει πριν πολλά χρόνια, κατέβηκαν στην πόλη, όπου είχε δουλειές και διασκέδαση.
Γυρνούσαν στο χωριό μόνο το Πάσχα ή το καλοκαίρι, με καλογυαλισμένα αυτοκίνητα.
~~
Τότε, εκείνα τα χρόνια της πρώτης νεότητας -και τελευταίας, ζητούσα απ’ τους ανθρώπους να μου λένε ιστορίες, υλικό για συγγραφή. Ρώτησα, λοιπόν, τον μπαρμπα-Κώστα τον Μανάγια, αν είχε καμιά καλή ιστορία απ’ την Κατοχή ή το αντάρτικο.
Εκείνος γέλασε.
«Κάτσε να σου πω, πώς έσωσε το χωριό ο Λουβίκης, ο αλαφροΐσκιωτος», μου είπε, κι όλοι οι γέροι συμφώνησαν κουνώντας το κεφάλι τους πάνω κάτω.
~~{}~~
Ο Λουβίκης γεννήθηκε στρεβλός και ορφανός.

Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο πατέρας. Κάποιος απ’ το χωριό είχε κάνει τη δουλειά στη Μάρω, κι εκείνη πέθανε («απ’ την ντροπή της») στη γέννα.
Έμεινε το μωρό να το μεγαλώνει όλο το χωριό. Όποιες γυναίκες είχαν γάλα του ‘διναν λίγο βυζί κι εκείνου.
Ήταν το «παιδί του χωριού». Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια κι όλοι τον καλοδέχονταν.
Αλλά ήταν στρεβλό. Είχε τα χέρια του σαν σπείρες τυλιγμένα. Κεκέδιζε κι ήταν ελαφρύς στο μυαλό. Κι είχε κι άλλη μια παράξενη συνήθεια.
Πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, νάτος ο Λουβίκης στο νεκροταφείο. Πήγαινε και κοιμόταν στο μνήμα της μάνας του, πάνω στο χώμα, και μιλούσε μόνος του.
Έλεγε ότι μιλάει με τους πεθαμένους. Κι ότι οι πεθαμένοι του ‘λεγαν πώς είναι στον Άλλον Κόσμο. Του ‘λεγαν να μη φοβάται, ότι σαν πεθάνεις δεν έχει στεναχώριες κι ούτε πεθαίνουν οι ανθρώποι δεύτερη φορά.
Τ’ άλλα παιδιά είχαν μάθει να μην τον πειράζουνε.
«Αυτός είναι ο αδελφός σου», έλεγαν όλες οι μανάδες, κι ίσως να έλεγαν κι αλήθεια, αφού μπορεί ο άντρας τους να είχε κάνει τη δουλειά.
Όποιος ξεχνιόταν και τον κορόιδευε, έτρωγε βούρδουλα.
~~{}~~
Κι ήταν το καλοκαίρι του ’44, έτσι μου ‘πε ο Μανάγιας, που ο Λουβίκης τους ξεπλήρωσε τη φροντίδα.
Ήταν Κατοχή. Όσοι άντρες βαστούσαν είχαν πάει στο βουνό με τους αντάρτες. Στο χωριό είχαν μείνει τα γυναικόπαιδα, οι γέροι κι οι άντρες που δεν μπορούσαν να βαστήσουν ντουφέκι -ή κιότεψαν.
Κοντά στη μέρα του Άι-Λια οι αντάρτες έκαναν δολιοφθορά σε μια μικρή γέφυρα, κι ένας Γερμανός στρατιώτης σκοτώθηκε, πιο πολύ από δικό του λάθος.
Δυο φορτηγά των Ναζήδων πήραν ν’ ανέβουν στον Άι-Γιώργη, για να τιμωρήσουν παραδειγματικά τους κατοίκους. Το είχαν κάνει στο Δίστομο πριν έναν μήνα, το είχαν κάνει σε πολλά χωριά. Έναν εσείς, διακόσιους εμείς.
~~
Σαν είδαν τη σκόνη απ’ τα φορτηγά που ανέβαιναν ξεκίνησαν να σκούζουν τα παιδιά. Άλλο αυτοκίνητο δεν είχε ξαναπάει στο χωριό κι όλοι ήξεραν τι σήμαινε ‘κεινη η βοή.
Ανάμεσα στους λίγους άντρες του χωριού ήταν κι ο Μανάγιας, που ‘ταν φυματικός κι έφτυνε αίμα.
Κι όπως όλοι κλαίγαν και προσεύχονταν στον Άι Γιώργη να τους βοηθήσει, πετάχτηκε ο μικρός Λουβίκης, που ‘ταν κοντά δέκα χρονών, και τους είπε κεκεδίζοντας:
«Θα πάω ‘γω να τους βρω, να τους πω. Σεις είστε οι μανάδες μου κι οι πατεράδες μου.»
Κι έφυγε μόνο του το παιδί, το παιδί το αλαφροΐσκιωτο, το παιδί το στρεβλό, το παιδί που κοιμόταν στα μνήματα και μιλούσε με τους νεκρούς, να κατέβει τον χωματόδρομο, να σταματήσει τους ναζήδες.
~~
Λίγη ώρα μετά το πήρε απόφαση και το χωριό κι έδωκαν να κατέβουν κι εκείνοι. Σκέφτηκαν, μέσα στην απελπισία τους, ότι μπορεί οι Γερμαναράδες να τους λυπόντουσαν, αν τους έβλεπαν να πηγαίνουν να παραδοθούν.
Προχώρησε η πομπή, οι άντρες πήγαιναν μπροστά, και σαν έστριψαν στο ‘κκλησάκι της Παναγιάς είδαν ένα παράξενο θέαμα.
Τα φορτηγά είχαν σταματήσει κι όλοι οι στρατιώτες είχαν μαζευτεί γύρω απ’ τον στρεβλό Λουβίκη που τους μιλούσε.
Σαν πλησίασαν είδαν ότι οι μισοί έκλαιγαν κι οι άλλοι μισοί είχαν μείνει μ’ ανοικτό το στόμα. Ο Λουβίκης τους μιλούσε σε μια γλώσσα που ούτε ελληνικά ήταν ούτε αρβανίτικα.
Μιλούσε το παιδί γερμανικά κι οι ναζήδες έκλαιγαν σαν μωρά.
«Τι τους λες;» τον ρώτησε ο Μανάγιας σαν έφτασε κοντά.
«Μηνύματα», είπε ο Λουβίκης. «Τους λέω μηνύματα απ’ τις μάνες τους και τους παππούδες τους. Κι απ’ τ’ αδέλφια τους που σκοτωθήκαν.»
~~{}~~
«Και ποιος του είχε μάθει γερμανικά;» ρώτησα τον μπαρμπα-Κώστα, τον Μανάγια.
«Κανείς. Δεν ήξερε κανείς να μιλάει ξένα. Αλλά όταν τον βρίσκαμε στα μνήματα και τον σηκώναμε, όλο κάτι περίεργα μιλούσε ο Λουβίκης, που κανείς δεν καταλάβαινε τι ήταν.»
~~{}~~
Κάποια στιγμή πήρε απόμερα τον Λουβίκη ο αξιωματικός και τα είπαν. Έπειτα διέταξε τους ν’ ανέβουν οι στρατιώτες στα φορτηγά και να γυρίσουν.
Τον Λουβίκη τον έβαλαν να κάτσει δίπλα στον οδηγό. Θα τον έπαιρναν μαζί τους, ίσως σαν όμηρο.
«Θα φύγω», είπε ο μικρός στον Μανάγια. «Και μη φοβάστε. Σαν πεθάνεις δεν έχει στεναχώριες κι ούτε πεθαίνουν οι ανθρώποι δεύτερη φορά.»
Τα φορτηγά έβαλαν μπρος κι έφυγαν.
~~
Τον Λουβίκη δεν τον ξανάδε κανείς, ούτε ακούστηκε ποτέ κάτι γι’ αυτόν.
Ναζήδες δεν ξαναπλησίασαν στο χωριό. Τέλειωσε η Κατοχή, ξεκίνησε ο Εμφύλιος.
Έπειτα το χωριό ερήμωσε, κατέβηκαν στην πόλη οι νέοι, έμειναν μόνο οι γέροι με τις αναμνήσεις τους.
~~{}~~
Πήρα τον δρόμο βράδυ. Είχε μισό φεγγάρι κι άλλο τόσο σκοτάδι.
Είπα την ιστορία στη γιαγιά μου. Την είχε ακούσει κι εκείνη.
Όλοι ήξεραν για τον Λουβίκη, το αλαφροΐσκιωτο ορφανό που βύζαινε σ’ όλα τα βυζιά, που κοιμόταν στα μνήματα και μιλούσε με τους νεκρούς.





ΠΗΓΗ...http://sanejoker.info

ΔΗΛΩΣΗ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΛΜΩΠΙΑΣ κ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗΣ ΣΚΥΛΩΝ


ΔΗΛΩΣΗ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΛΜΩΠΙΑΣ κ. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗΣ ΣΚΥΛΩΝ

Ενημερώθηκα από κατοίκους της Δωροθέας ότι υπήρξαν για δεύτερη φορά μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κρούσματα θανάτωσης σκύλων με φόλες.
 Τη στιγμή που ο Δήμος Αλμωπίας έχει ξεκινήσει μία σημαντική προσπάθεια με τη δημιουργία ενός χώρου που θα φιλοξενήσει αδέσποτα ζώα που παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά, τη στιγμή που προσπαθούμε μέσα από προγράμματα στειρώσεων και εμβολιασμών να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα, υπάρχουν κάποιοι απάνθρωποι συμπολίτες μας που δρουν μέσα από τέτοιες συμπεριφορές.
 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΥΜΕ ως Δημοτική Αρχή όλα αυτά τα κρούσματα και τις επόμενες ώρες σκοπεύω να έρθω σε επικοινωνία με τον Διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος Αριδαίας για να ενημερωθώ εκτενέστερα.


Εδεσσαϊκό Θέατρο: «Πρόγραμμα λειτουργίας Θεατρικού Εργαστηρίου»



«Πρόγραμμα λειτουργίας Θεατρικού Εργαστηρίου»

Το Εδεσσαϊκό Θέατρο στα πλαίσια της αποστολής του για συμβολή στην θεατρική ανάπτυξη, στην δημιουργία θεατρικής υποδομής στην πόλη μας, αλλά και την αίσθηση ευθύνης απέναντι στα παιδιά και τους νέους, συνεχίζει τη λειτουργία του Θεατρικού Εργαστηρίου και κατά τη νέα θεατρική περίοδο.

Με γνώμονα την προσφορά μιας δημιουργικής δραστηριότητας στα παιδιά και τους νέους, το Θεατρικό Εργαστήρι μέσα από το ταξίδι στο μαγικό κόσμο του Θεάτρου, θα συμβάλει στην πνευματική και σωματική καλλιέργεια των παιδιών, στην έκφραση της φαντασίας και δημιουργικότητας τους, στην γλωσσική καλλιέργεια, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων κίνησης και φωνής, στην καλλιέργεια ομαδικότητας, επικοινωνίας και υπευθυνότητας.

Στη σύναψη μιας ιδιαιτέρως παραγωγικής για τη συμβολή στη στήριξη του συλλόγου συνεργασίας προχώρησε το Δ.Σ. του Εδεσσαϊκού Θεάτρου με τη Θεατρολόγο κα Ηρώ Γεωργίου, με τη βεβαιότητα ότι αυτή η σύμπραξη θα συνεισφέρει καταλυτικά στην επίτευξη μιας ακόμη καλύτερης και αποδοτικότερης διαχείρισης των στόχων του συλλόγου.

Η πρώτη συνάντηση γνωριμίας των παιδιών με τη νέα υπεύθυνη διδασκαλίας πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 1η Οκτώβρη, ενώ από την επόμενη κιόλας ημέρα ξεκίνησε το δημιουργικό ταξίδι. 

Το Θεατρικό Εργαστήρι θα λειτουργεί κάθε Κυριακή στο εντευκτήριο του συλλόγου, Ίωνος Δραγούμη 35, με δύο τμήματα : 
Εφηβικό (12+ ετών) ώρα 3-5 μμ και Παιδικό (5-12 ετών) ώρα 5-7 μμ  

Μηνιαία συνδρομή 15€. Οι εγγραφές συνεχίζονται. Πληροφορίες στα τηλ 2381025429-6938363911 και στο e-mail : edessaikotheatro@gmail.com

Δήλωση Γιάννη Σηφάκη για τον προαστιακό σιδηρόδρομο μέσω Γιαννιτσών μετά την επίσκεψη του ΟΣΕ στην Πέλλα


Δήλωση Γιάννη Σηφάκη μετά την επίσκεψη ΟΣΕ στην Πέλλα

Η Πέλλα σύσσωμη απαιτεί την ένταξη του προαστιακού σιδηροδρόμου μέσω Γιαννιτσών και την παράκαμψη προς Αριδαία στον στρατηγικό σχεδιασμό του ΟΣΕ. Η πλήρης συγκοινωνιακή απομόνωση της Πέλλας από τους βασικούς άξονες πρέπει να τελειώσει. 
Ο προαστιακός μέσω Γιαννιτσών πρέπει να αποτελέσει τμήμα της «σιδηροδρομικής Εγνατίας» με πρώτο βήμα την ένταξη του έργου στον στρατηγικό σχεδιασμό του ΟΣΕ.
Η παθητική στάση πολιτικών παραγόντων ( βουλευτών, Νομαρχών, Δημάρχων κλπ) όταν «κλάπηκε» η οδική Εγνατία από την Πέλλα δεν πρέπει και δεν θα επαναληφθεί και για τον σιδηρόδρομο. 
Η επίσκεψη του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ Κώστα Πετράκη στην Πέλλα δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις στα σοβαρά αυτά ερωτήματα. 
Προσωπικά θα συναντηθώ άμεσα μαζί του ( και με τα διευθυντικά στελέχη του ΟΣΕ) καθώς και με το Υπουργείο Μεταφορών μαζί με το Δίκτυο Πολιτών για τον σιδηρόδρομο για να υπάρξουν σαφέστατες δεσμεύσεις σχετικά με τις ενέργειες του οργανισμού προς αυτή την κατεύθυνση.
Καλώ την κοινωνία της Πέλλας σε επαγρύπνηση και συστράτευση για τον προαστιακό. Το σπουδαίο αυτό αναπτυξιακό έργο για την Πέλλα δεν θα παραπεμφθεί στις καλένδες, η κυβέρνηση μας σταθερή στην προτεραιότητα για την ανάπτυξη μέσων σταθερής τροχιάς, μέσων Μαζικής φτηνής και φιλοπεριβαλλοντικής μεταφοράς θα κάνει ότι δεν έκαναν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Οι ταλαντεύσεις και οι παλινωδίες μέσα στην Πέλλα σε σχέση με την προτεραιότητα του έργου μέσα στο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της Πέλλας πρέπει αποφασιστικά να τελειώσουν. 

ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...