Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Συναλλαγές μέσω τερματικού POS στον Δήμο Αλμωπίας


ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΜΕ ΤΕΡΜΑΤΙΚΟ POS ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΑΛΜΩΠΙΑΣ


Ο Δήμος Αλμωπίας εξελίσσει τις συναλλαγές του με τους Δημότες του και προς διευκόλυνση εκείνων, οι συναλλαγές θα μπορούν να γίνονται μέσω τερματικού POS.

Οι δημότες Αλμωπίας λοιπόν θα μπορούν πλέον, να ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις τους προς τον Δήμο, μέσω τραπεζικής κάρτας, αφού το Ταμείο του Δήμου προμηθεύτηκε τερματικό μηχάνημα POS.

Η νέα αυτή διαδικασία έχει τεθεί ήδη σε εφαρμογή και μπορεί να διευκολύνει τους δημότες, μετά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης από τον Δήμαρχο Αλμωπίας κ. Δημήτρη Μπίνο κατά τη συνάντηση που πραγματοποίησε με την Διευθύντρια του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Αριδαίας.

" ΝΥΚΤΟΒΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ (2016)" από την κινηματογραφική λέσχη του δήμου Έδεσσας


Φ.Σ. Έδεσσας « Μέγας Αλέξανδρος» - Με την υποστήριξη της  ΔΗ.ΚΕ.ΔΕ.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΕΔΕΣΣΑΣ 
(αίθουσα προβολών)

ΔΕΥΤΕΡΑ  13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2017 - ΩΡΑ 21:00

          ΝΥΚΤΟΒΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ (2016)
Σκηνοθεσία: Tom Ford 
Ηθοποιοί: Amy Adams, Jake Gyllenhaal,  Aaron Taylor 
Διάρκεια: 117 λεπτά
Είδος ταινίας: Θρίλερ

15 χρόνια πριν, η Σούζαν Μόροου εγκατέλειψε τον πρώτο της σύζυγο, τον Έντουαρντ Σέφιλντ, έναν συγγραφέα που δεν κατάφερε ποτέ να πετύχει έκδοση. Τώρα, ζει στα μεσοαστικά προάστια ως σύζυγος γιατρού, όταν από το πουθενά παραλαμβάνει ένα πακέτο που εμπεριέχει ένα χειρόγραφο του πρώτου μυθιστορήματος του πρώην συζύγου της. Της ζητά να το διαβάσει, καθώς πάντα τη θεωρούσε τον καλύτερο κριτή. Καθώς η Σουζάν διαβάζει, βυθίζεται στη μυθοπλαστική ζωή του Τόνι Χάστινγκς, έναν καθηγητή μαθηματικών που οδηγεί την οικογένεια του για διακοπές στο Μέιν. Αλλά καθώς η ζωή των Χάστινγκ παίρνει απρόβλεπτο δρόμο, η Σούζαν βυθίζεται ολοένα και βαθύτερα στο παρελθόν, αναγκασμένη να αντιμετωπίσει το σκοτάδι μέσα της. Μεγάλο βραβείο επιτροπής στο φεστιβάλ Βενετίας.    

“Πιστεύω στην Αγάπη”


Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
αγγίζοντας τρεμάμενα ακροδάχτυλα.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
εστιάζοντας σε υγραμμένες ίριδες.

 Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
ακούγοντας άρρυθμους χτύπους.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
ανταλλάσσοντας ποθητά υγρά.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
δίνοντας όρκους με κόκκινες σφραγίδες.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
προσευχόμενος σε Ναούς μεταμεσονύχτιους.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
βουτώντας στον παραμυθένιο ωκεανό της.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
γκρεμίζοντας φράχτες, τείχη, φρούρια απόρθητα.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”
θεωρώντας την Δεδομένη.

Λες “πιστεύω στην Αγάπη”

Όμως....... φευ

Δεν είναι αν ΕΣΥ πιστεύεις στην Αγάπη...

Άραγε, η Αγάπη πιστεύει σε ΕΣΕΝΑ ;

Το θρόισμα της Μοναξιάς


Παρελθόν...

Παλμικές δονήσεις σου διέρρεαν το “είναι”
ατίθασα άτια, ξέφρενων καλπασμών στις φλέβες σου.

Μαγνητισμένες, σφιχτές παλάμες, με σταυρωτό δέσιμο
παραμέριζες τις υγρές βρόχινες κουρτίνες του επιβεβλημένου κλωβού
αδημονώντας την επαφή, την πρωινή λύτρωση, 
το γλυκόλαλο κελάηδημα του ωδικού της Πούλιας.

Ουράνιες ίριδες διαγράφονταν στους θολωμένους σου βολβούς
αντικατοπτρίζοντας φωτεινά χρώματα στα υγρά κρύσταλλα.

Εκστατικές ανασεμιές, δροσερές οσμές καλοκαιρινού ιδρώτα
ποθητά φιλιά στα ριζά της ευθυτενούς λεύκας
καβαλάρης του ερωτικού αερόστατου, κυρίαρχος του κόσμου
με οδηγό τη κάτωχρη Νούνα, σε ατέρμονα ονειροταξίδια
στο φεγγαρόφως του Ιερού Βωμού.

Παρόν...

Υπερεκτίμηση, επιβεβαιωτική λαθροχειρία, πτώση πρωτόπλαστη, γύμνια
αποσβολωμένη η πεποίθηση της πλάνης του εξευτελισμού,
ουρλιάζεις αμίλητος και  αποδέχεσαι την διαμπερή σαϊτιά της Κάθαρσης.

Ανάσκελα καρφωμένος στην Προκρούστεια κλίνη,
 σχηματίζεις απελπισμένες λέξεις
φυσώντας τον σέρτικο καπνό
στο μετέωρο ταβάνι
και με βλέμμα απλανές, αφουγκράζεσαι
το θρόισμα της Μοναξιάς.

Σαλτιμπάγκος



Αχνοσβήνει η κάφτρα του αποτσίγαρου
στα υγρά ξερόκλαδα

Σίγησε ο υμνωδός γρύλος, πέταξε μακριά
στη πυκνή ομίχλη

Ύαινες λυσσασμένες εξοστρακίζουν
τα χαρωπά σκιουράκια

Μαύρος μανδύας, ο θόλος
Χάνεται το χλωμοφέγγαρο

Όλυνθος θαρρείς ο Ναός, πλινθοκέραμοι
ατάκτως ερριμμένοι

Σιγή  εκκωφαντική, νεκρική
εκεί όπου ο Έρως πρωτοστατούσε

Άυλες οι γαμήλιες σπονδές αίματος
έρμαιο στα αλυχτίσματα  των αγριμιών

Κουπιά ακρωτηριασμένα, κατάρτια κεραυνοβολημένα
τα όνειρα

Σιδερόφραχτα  κυπαρίσσια οι επιθυμίες
Βλοσυρή γεννήτρια αιώνιου πόνου, η Πλάνη

Κι εσύ…

Οικτίρεις την καταστροφική σου αφέλεια
Σαβανοτυλιγμένος σαλτιμπάγκος στο ερωτικό τσίρκο

Ασάλευτος, βλέμμα ευθύ, ψηλά στο μελανό στερέωμα
Υπόγεια

Κάτω από το φρεσκοσμαμμένο χώμα
του παγωμένου μαρμάρινου Λευκού σου Οίκου.

Να μην έρχεσαι


Γρατζουνάει η καταδίκη της λέξης «τελευταίος»· τελευταία φορά, τελευταία αγκαλιά, τελευταίο φιλί.

Γρατζουνάει και το βλέμμα που τη συνοδεύει, ιδίως όταν περικλείει τόσο ξεδιάντροπα εκείνο το «πες μου ότι κάνω λάθος», αυτό το βοών «σταμάτα με», κάποιο μουγκό «κάνε κάτι για να μη φύγω». Αφού δε θέλεις, τότε γιατί να φύγεις; Έλα μου ντε. Α, ξέχασα· «επειδή πρέπει», έτσι δεν είναι;

Πρέπει, ε; Να φύγεις λοιπόν, δε σε κρατάει κανένας με κόλπα και νάζια, να φύγεις και να μην έρχεσαι μιας κι έτσι πρέπει. Αφού έχεις τη δύναμη να το λες, εύχομαι να έχεις τη δύναμη και να το κάνεις. Να ζεις τη ζωή σου χωρίς σκοτούρες και να περνάς ωραία στα δεξιά κι αριστερά σου, εγώ θα σου ανοίξω όλες τις πόρτες του κόσμου για να μην καθορίζει καμία ανάγκη μου την οποιαδήποτε επιλογή σου, αφού η ανάγκη σου εν τέλει δεν είμαι εγώ.

Ούτε να στεναχωριέμαι θα με δεις. Θα σου επιτρέψω να απαλλαγείς από εμένα, απ’ τον τρόπο που σε φέρνω στα όριά σου, απ’ το θόρυβό μου, θα σου δώσω το ελεύθερο να είσαι όσο μακριά μου θέλεις, να ησυχάσεις χωρίς να ρουφάει η μυρωδιά μου τη λογική σου. Επειδή αν τύχει και τα καταφέρεις μάλλον θα έπρεπε να είχες φύγει από καιρό, κακά τα ψέματα. Εγωισμός ή αυτοσυντήρηση; Λες κι έχει σημασία πια.

Να μην έρχεσαι, γιατί αν αντέχεις να μην έρχεσαι αυτό κάτι θα έχει να μου λέει. Να μην είσαι εδώ κι επίσημα, επειδή κουράστηκα να μου λείπεις ανεπίσημα κι αν η λογική σου είναι πιο δυνατή απ’ την καρδιά σου τότε κράτα την πιο γερά απ’ όσο κρατούσες εμένα, θα σε γλιτώσει από πολλά δεινά. Μην ανησυχείς, μικρό το κακό, ειδικά αν σκεφτείς πως ουδέποτε κανείς πόνταρε ουσιαστικά στο «εδώ» σου.

Να μείνεις εκεί που είσαι, γιατί το τίποτα οι άνθρωποι το αντέχουμε πιο εύκολα απ’ το περίπου· κι αν συνηθίσαμε με τα χρόνια στα δικά μας, ξεχωριστά τίποτα το συγκεκριμένο περίπου λογικό να μας καθίσει στο στομάχι. Επειδή αν ξέρω πως αντέχεις, πως δε σε πειράζει, τότε είμαι κι εγώ καλύτερα. Άλλωστε δε θα έχω χάσει και τίποτα· τίποτα με προοπτικές, τίποτα με πάθος, τίποτα που να λέει «να πάνε να γαμηθούν όλα, εμένα μου αρκεί να έχω το δικαίωμα να σε μυρίζω». Μόνο ένα χλιαρό συναίσθημα που ελέγχεται, που μπαίνει σε κουτάκια, που αποστειρώνεται. Μικρή η χασούρα λοιπόν· κανόνισε εσύ να αντέχεις να μην έρχεσαι κι εγώ θα κανονίσω να φανεί σαν ένα τεράστιο τίποτα.

Γενναίος στην τελική στέκεται μόνο όποιος θέλει κάτι πολύ, όταν καίγεται, όταν χίλιοι φόβοι του δε φτάνουν ούτε στο ελάχιστο την οποιαδήποτε λαχτάρα του κι εγώ σε αυτό σου το ζύγι μάλλον έχανα από καιρό, κι αυτό χωρίς να παίζω εδώ που τα λέμε. Να μην έρχεσαι λοιπόν, δε θα μου λείψεις παραπάνω. Αγκάλιασε την ασφάλειά σου, να αγκαλιάσω κι εγώ τη δική μου και πάμε παρακάτω έτσι όμορφα και νοικοκυρεμένα.

Να μην έρχεσαι, χάρη θα μου κάνεις. Άλλωστε όλοι έτσι δε σκεφτόμαστε πλέον; Να γεμίζουν τα κρεβάτια μας κι οι τσέπες μας, για την ψυχή μας ούτε λόγος. Να μείνεις εκεί λοιπόν, σε αυτό που ξέρεις να κάνεις καλά, αν το μέσα σου είναι πιο ήσυχο χωρίς εμένα· αν η σκέψη πως με ακουμπάνε άλλοι δε σε αρρωσταίνει, αν το κεφάλι σου δεν ανεβάζει θερμοκρασία όταν ακούς κάποιον ν’ αναφέρει τυχαία το όνομά μου, αν στην τελική αντέχεις να μην είσαι εσύ εκείνο το μήνυμα που έχει τη δύναμη να με κάνει να χαμογελάω σε ώρες περίεργες.

Επειδή αν τύχει και δεν το αντέξεις τα φρένα σου μπορεί να μην πιάνουν άλλο στην κατηφόρα και τα χειρόφρενα απαιτούν οδηγούς επιδέξιους. Επειδή αν δε σκαμπάσεις απ’ την αδιαφορία μου και κάνεις κανένα αστείο να σε δω στην πόρτα μου στα καλά καθούμενα θα ξέρω πως ήταν επιλογή σου κι ανάγκη σου, ξεκάθαρο ξεβόλεμα, και τότε ίσως αναγκαστώ να σε πιστέψω. Οπότε άστο καλύτερα, μην ξοδεύεις ανθρώπους ακριβούς χωρίς λόγο και μείνε εκεί που είσαι, αρκετά με τις λάθος εντυπώσεις.

Να μην έρχεσαι λοιπόν αν αυτό σου λέει η ψυχή σου, αν τα σπάνια συναισθήματα που τόσο όμορφα περιγράφεις δε σου είναι τελικά και τόσο σπάνια.

Άλλωστε, για τη δική μας τελευταία φορά ίσως το φταίξιμο να είναι όλο δικό μου. Ίσως να πρέπει κάποτε οι άνθρωποι να μάθουμε να προστατεύουμε τους εαυτούς μας από κάθε βολικό «θέλω, αλλά…» που βαφτίσαμε έρωτα, κι από όλα εκείνα τα θλιβερά «πού και πού» τα οποία με τη βία ονομάσαμε ενδιαφέρον.




Συντάκτης: Φρόσω Μαγκαφοπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη





ΠΗΓΗ...http://www.pillowfights.gr

Τους ανθρώπους να τους μετράς πάντα στο τέλος


Με ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά. Έτσι μπαίνουν στη ζωή σου.
Και με εκείνη την αίσθηση πως ήρθαν για να μείνουν.
Είναι καλόβολοι, ταιριάζετε σχεδόν σε όλα κι είναι αυτή η οικειότητα που αναπτύσσετε που σε κάνει να ρίχνεις τις άμυνές σου και να δίνεσαι σε αυτή τη σχέση. Φιλική, ερωτική, δεν έχει σημασία.
Αφήνεσαι να ζήσεις στη μοναδικότητα που νιώθεις πως σου προσφέρει η επαφή μαζί τους. Άλλωστε είναι μεγάλη τύχη να βρίσκει κανείς ανθρώπους που να ταιριάζει.
Μόνο που αφήνεσαι και γενικά.
Κι όταν σου έρχεται η σφαλιάρα δεν την περιμένεις.
Θα μου πεις ποια κατραπακιά ήρθε ποτέ στη ζωή σου και την περίμενες; Τα άσχημα βλέπεις, μάτια μου, δεν κλείνουν ραντεβού. Μήτε καν χτυπούν την πόρτα, έτσι για να σε προειδοποιήσουν. Κλωτσούν την πόρτα και εισβάλλουν στο χώρο σου. Κλέβουν τον αέρα σου, χαλούν την ηρεμία σου και σε κάνουν μαλλιά κουβάρια.
Είναι τότε που συνειδητοποιείς πως οι “άνθρωποί σου” δεν ήταν αυτό που φαίνονταν. Ήταν κάτι άλλο που δεν είχες καν υποψιαστεί.
Και προδίδεσαι. Και πληγώνεσαι.
Χάνεις την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, καταλογίζεις ευθύνες, ζητάς εξηγήσεις.
Μόνο που μέσα στην ταραχή σου, δε σκέφτηκες πως τις περισσότερες ευθύνες πρέπει να τις ρίξεις πάνω σου. Αλλά έτσι γίνεται πάντα. Μας τυφλώνει ο πόνος και το άδικο, μας πνίγει η κακομεταχείριση, η προδοσία κι η εξαπάτηση.
Όπως όλοι μας, έτσι κι εσύ διψάς να ρίξεις την ευθύνη κάπου αλλού. Μα είναι κυρίως δική σου.

Γιατί δε νοιάστηκες να προστατεύσεις τον εαυτό σου.
Δόθηκες…
Ή ακόμη χειρότερα παραδόθηκες στον άλλο. Ένα χαμόγελο και μια αίσθηση απόλυτου ταιριάσματος ήταν αρκετή για να ανοίξεις τις πύλες σου και να τον αφήσεις να εισβάλλει στη ζωή σου. Μα δεν υπολόγισες πως οι άνθρωποι δεν είναι πάντα αυτό που φαίνονται. Δεν υπολόγισες πως ο χρόνος είναι αυτός που δείχνει τον άνθρωπο.
Μόνο ο χρόνος δείχνει αν έκανες λάθος εκτίμηση ή σωστή.
Αλλά εσύ πνιγμένος στον ενθουσιασμό, μισώντας εκείνη τη μοναξιά του αταίριαστου, βιάστηκες.
Και την πάτησες.
Εσύ φταις λοιπόν που δε σε προστάτευσες. Εσύ φταις που άφησες τον εαυτό σου στο έλεος άλλων. Κι αυτή η μικρή πληγή, η φορτωμένη στο κορμί σου, μπορεί να φέρει όνομα ξένου, αλλά εσύ υπέδειξες το σημείο που θα γίνει. Εσύ έμεινες εκτεθειμένος.
Θα μου πεις πως θα κυλήσει η ζωή αν δεν εμπιστεύεσαι τον άλλο;
Κι εγώ θα σου πω πως πάνω από την εμπιστοσύνη ήταν και θα είναι πάντα η αυτοπροστασία. Αγάπα τον εαυτό σου και φύλαγέ τον γιατί δε θα βρεθεί κανείς άλλος να το κάνεις στη θέση σου. Ίσως μόνο η μάνα σου, αλλά αυτή είναι άλλο κεφάλαιο. Πίστεψε στους ανθρώπους αλλά δώσε χρόνο να αποδείξουν όσα λένε. Άφησέ τους να τα κάνουν πράξη πριν ανοίξεις τη ζωή σου και τους βάλεις μέσα.

Και να θυμάσαι. Οι άνθρωποι δεν κρίνονται από τις πρώτες εντυπώσεις και τους εντυπωσιασμούς.
Τους ανθρώπους τους μετράς πάντα στο τέλος.

Στο ταμείο…
Εκεί θα φανούν…
Έχε υπομονή, λοιπόν… και βλέπουμε…



Κείμενο: Στεύη Τσούτση







Γλωσσικά μπερδέματα!


Συχνά ορθογραφικά λάθη!
Ειρωνεία ή ειρωνία;
Γράφονται με -εια τα θηλυκά:
- που παράγονται από ρήματα σε -εύω:  ειρωνεύομαι --> ειρωνεία
- που παράγονται από επίθετα σε -ης: ευγενής --> ευγένεια
- που παράγονται από επίθετα σε -είος: ανδρείος --> ανδρεία
- παροξύτονα που παράγονται από επίθετα σε -υς: ευθύς --> ευθεία
- προπαροξύτονα που παράγονται από ρήματα δεύτερης συζυγίας και τάξης: ωφελώ --> ωφέλεια
- προπαροξύτονα κύρια ονόματα: Ιφιγένεια (Αλλά τα παροξύτονα --> -ια εξού και Ευγενία)
* Ορισμένες λέξεις θεωρούνται σωστές με διαφορετική ορθογραφία: εταιρία και εταιρεία ενώ άλλες λέξεις με διαφορετική ορθογραφία μπορεί να έχουν και άλλο νόημα: εφορία και εφορεία.
* Οι παρασύνθετες λέξεις γράφονται -ια: ανανδρία, πρωτοπορία, ειδωλολατρία (δεν σχηματίζονται δηλαδή από τα συνθετικά, αλλά από τα αντίστοιχα ουσιαστικά τους: άνανδρος, πρωτοπόρος, ειδωλολάτρης)
Δωσίλογος ή δοσίλογος;
Πολλοί μπερδεύονται ίσως επειδή έχουν στο μυαλό τους τις λέξεις: δόση, δοσολογία. Ωστόσο, το σωστό είναι δωσίλογος από το θέμα "δως" του ρήματος δίδωμι, όπως για παράδειγμα και το δωσίδικος. Αυτός που δίνει λόγο, δίνει δίκη.
Ορκομωσία ή ορκωμοσία;
Το σωστό είναι ορκωμοσία. Η "συνθετική έκταση", ένας κανόνας της αρχαίας ελληνικής, εξηγεί την ορθογραφία αυτής της λέξης, όπως και πολλών άλλων. Η ερμηνεία αυτού το φαινομένου έχει ως εξής: όταν έχουμε μια λέξη με δύο συνθετικά που το πρώτο τελειώνει σε φωνήεν και το δεύτερο αρχίζει με φωνήεν, τότε γίνεται απαλοιφή του τελικού φωνήεντος από το πρώτο και το αρχικό φωνήεν του δεύτερου τρέπεται στο αντίστοιχο μακρό:
Βραχύ  --> Μακρό
ε, α      --> η
ο          --> ω
Παραδείγματα:
επί + όνυμος < όνυμα (άλλος τύπος για το όνομα) --> επί + ώνυμος --> επώνυμος
όρκο + όμνυμι -->  ορκωμοσία
στρατό + άγω --> στρατηγός
υπό + ερέτης --> υπηρέτης
Έπειτα αυτός ο κανόνας μεταφέρθηκε και σε λέξεις των οποίων το πρώτο συνθετικό τελείωνε σε σύμφωνο, εξού και η συνωμοσία.  Ωστόσο, κάθε κανόνας έχει και εξαιρέσεις. Σημαντική παρατήρηση είναι, λόγου χάριν, πως ο κανόνας δεν ισχύει για κάποια σύνθετα που σχηματίστηκαν αφού έληξε ο νόμος και για λέξεις των οποίων το αρχικό φωνήεν του β' συνθετικού ακολουθείται από δύο και περισσότερα σύμφωνα, π.χ επίορκος.
Γλυκιά ή γλυκειά;
Υπάρχουν και οι δύο ορθογραφίες: γλυκιά / γλυκεία (αρχαίο, λόγιος τύπος)  αλλά με διαφορετικό τονισμό, όπως παρατηρείτε. Δηλαδή η λέξη "γλυκειά", με αυτήν την ορθογραφία, είναι λάθος εφόσον τονίζεται στη λήγουσα.  
Γλείφω ή γλύφω;
Και τα δύο είναι σωστά, καθώς είναι δύο διαφορετικές λέξεις. Είναι ομόηχες αλλά με διαφορετική ετυμολογία και σημασία. Γλείφω το παγωτό, "λείχω" στα αρχαία (εξού και τα: γλειφιτζούρι, γλείψιμο, γλείφτης) και γλύφω την πέτρα, δηλαδή την σκαλίζω (εξού και τα: γλύπτης, γλυφίδα, οδοντογλυφίδα). Αρκετοί, όμως, αγνοούν τη λέξη "γλύφω" και τη θεωρούν λάθος έχοντας στο μυαλό τους μόνο τη λέξη "γλείφω".

Κείμενο: Σοφία Τατίδου





Χορεύετε;


Μια λέξη μονάχα χρειαζόταν κάποτε για να μπορέσουν δύο άνθρωποι να χαθούν μαζί σε μία στιγμή...

Πόσο μαγικό αυτό που κατάφερνε να κάνει ένα τραγούδι με δύο ψυχές και μια αγκαλιά...
Πόσο υπέροχο μυστήριο...
Τρία μονάχα λεπτά έφταναν για να μπορέσεις και να μαρτυρήσεις σε έναν άνθρωπο αυτό που μέρες...μήνες ή χρόνια λαχταρούσες να του εξομολογήσεις.

"Θα της ζητήσω να χορέψουμε!!!
Όμως...αν αρνηθεί;;;
Δεν με ενδιαφέρει...τουλάχιστον θα έχω προσπαθήσει..."

"Μα γιατί δεν μου ζητάει να χορέψουμε;;;
Δεν με θέλει...
Ω Θεέ μου...έρχεται...τρέμει η καρδιά μου!!!"

Και κάπως έτσι ξεκινούσαν όλα!
Μία αμήχανη στην αρχή στιγμή, που μόλις η απαλή και γεμάτη πάθος μουσική ξεκινούσε...τα ξεχνούσαν όλα.

Δεν υπήρχε κανείς πια τριγύρω...
Μόνο οι δυο τους...και ίσως λίγο  σκοτάδι.

Το πρώτο άγγιγμα στα χέρια...Στη μέση το δεύτερο και στις καρδιές τους το τρίτο.
Εκεί που οι αμέτρητοι και δυνατοί χτύποι, γινόταν ένας.

Εκεί που τα βλέμματα αποφεύγονταν και για να λυτρωθούν κάπως από την όμορφη αμηχανία, εκείνη χαμογελώντας, ακουμπούσε απαλά στον ώμο του κι εκείνος ακουμπούσε με το μάγουλό του στα μεταξένια μαλλιά της.

Και τα μάτια έκλειναν και ξαπόσταιναν για λίγο.
Όμως το χαμόγελο τους, έμενε επίμονα εκεί...Πάνω στα χείλη και βαθιά στη σκέψη...

Δεν χρειάζονταν πολλά λόγια...δεν χρειάζονταν μηνύματα και άπειρα τυχαία ραντεβού για να καταλάβουν ότι υπάρχει κάποια σπίθα αναμμένη.
Όλα ήταν πιο εύκολα κάποτε.
Μονάχα με ένα χορό και δυο συγχρονισμένα βήματα.

Μα γιατί πια έχουμε αποβάλλει τα όμορφα πράγματα απ' την ζωή μας; 
Γιατί αφήσαμε πίσω στιγμές και τόλμη που είχαν νόημα;

Γιατί πια παγώνουμε κάθε τι ζεστό και σκοτώνουμε κάθε τι ζωντανό;
Δεν καταλαβαίνω...

Ο κόσμος κάποτε ήταν πιο όμορφος...πιο γευστικός!!!
Οι ρόλοι όπως θα πρεπε...
Κι οι άνθρωποι αληθινοί...

Επιδιώξαμε να ξεχάσουμε το ωραίο.
Επιλέξαμε να ρίξουμε την αξία...

Την πραγματική και ουσιώδη αξία των πραγμάτων...των εμπειριών...των συναισθημάτων.
Βιαζόμαστε να πάμε μπροστά. Ακροβατούμε άσκεφτα σε τεντωμένα σχοινιά που κάποτε θα σπάσουν κι ενώ βλέπουμε ότι το μέλλον που χτίζουμε τρομάζει, αφήνουμε πίσω εκείνο το ξέγνοιαστο και όμορφο παρελθόν.

Εκείνο το παρελθόν που όλα ήταν πιο ανθρώπινα...πιο απλά...πιο αθώα...πιο καθώς πρέπει.
Εκείνο το παρελθόν που πλέον αντικρίζουμε μόνο σε κάποια ταινία εποχής και δεν είναι λίγες οι φορές που  το αναζητάμε κρυφά, παρόλο που εμείς οι ίδιοι κάναμε τα πάντα για να το διαλύσουμε και να το αφανίσουμε.
Τι ειρωνεία...

Τα χρόνια περνούν...Ο άνθρωπος ραγδαία και ανεπιφύλακτα  εξελίσσεται...
Όμως στο χέρι του είναι να κρατήσει ζωντανές κάποιες στιγμές που τον κάνουν ακόμα να χαμογελάει...που κάνουν την καρδιά του να χτυπάει σε σωστό ρυθμό.

Ένα τραγούδι...Δύο ψυχές και μια αγκαλιά...
Ας το ξανά ζωντανέψουμε αυτό...
Στο χέρι μας είναι...

Αφού σε όλους λείπει...ακόμα και στις νέες γενιές που παρόλο που δεν το βίωσαν...το έχουν ανάγκη! 
Γιατί άξιζε...αξίζει και θα αξίζει για πάντα κάτι τέτοιο.
Λίγο τόλμη χρειάζεται ξανά και μια λέξη μόνο...

"Χορεύετε;;;"

 Γράφει η Xenia Goudi








ΠΗΓΗ...http://www.thessalonikiartsandculture.gr

Η νεράιδα που το ’βαλε στα πόδια – της George Sand



Μια μέρα, συνάντησα μια καλή νεράιδα που έτρεχε σαν τρελή παρά την ηλικία της.

– Βιάζεστε τόσο να μας εγκαταλείψετε, κυρά νεράιδα;

– Αχ, μην το συζητάτε! απάντησε. Θα ’χουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από τότε που επισκέφτηκα ξανά τον μικρό σας κόσμο, και πλέον αδυνατώ να τον κατανοήσω. Χαρίζω ομορφιά στα κορίτσια, τόλμη στ’ αγόρια, σοφία στους γέρους, υγεία στους αρρώστους, έρωτα στους νέους, εν πάση περιπτώσει, ό,τι μπορεί να χαρίσει μια άξια νεράιδα στους ανθρώπους, και με περιφρονούν όλοι τους.
 «Έχετε χρυσό κι ασήμι;» με ρωτούν. «Δεν θέλουμε τίποτε άλλο», μου λεν. Το βάζω, λοιπόν, στα πόδια γιατί φοβάμαι μη τυχόν μου ζητήσουν αδαμάντινα στολίδια οι θαμνώδεις τριανταφυλλιές κι απαιτήσουν λούσα οι πεταλούδες του αγρού!

-Όχι, όχι, καλή μου κυρία, αναφώνησαν μες στα γέλια τα τριανταφυλλάκια, ακούγοντας το παράπονο της νεράιδας: εμείς έχουμε δροσοσταλίδες πάνω στα φύλλα μας.

-Κι εμείς, χρυσό κι ασήμι πάνω στα φτερά μας, είπαν οι πεταλούδες παιχνιδίζοντας.

-Ιδού, τα μοναδικά μυαλωμένα πλάσματα επί γης, είπε φεύγοντας η νεράιδα.



 Η ιστορία της “Νεράιδας που το ’βαλε στα πόδια” (“La fée qui court”) περιλαμβάνεται στη συλλογή, Légendes Rustiques, George Sand, éd. Calmann Lévy, 1877.

Μετάφραση: Βίκυ Βασιλάτου




ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Χάινριχ Μπελ – Οι νεκροί δεν υπακούνε πια


Ο ανθυπολοχαγός είπε πως έπρεπε να ξαπλώσουμε, κι εμείς ξαπλώσαμε. Ήταν στην άκρη ενός δάσους, κι ο ήλιος έλαμπε, ήταν άνοιξη, όλα ήταν σιωπηλά, και ξέραμε ότι ο πόλεμος τελείωνε. Όσοι είχαν ακόμα καπνό, άρχισαν να καπνίζουν, κι εμείς οι άλλοι προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε, γιατί ήμασταν κουρασμένοι, εδώ και τρεις μέρες είχαμε φάει ελάχιστα κι είχαμε κάνει πολλούς αντιπερισπασμούς.

Ήταν υπέροχα ήσυχα, και κάπου κελαηδούσαν και πουλιά, και ο αέρας ανέδινε μια απαλή, υγρή τρυφερότητα ...

Ξαφνικά ο ανθυπολοχαγός άρχισε να ουρλιάζει.

Ξεφώνιζε: «Ει!» Μετά μάνιασε και φώναξε: «Ει, εσύ εκεί!» Και μετά τον έπιασε μια λύσσα, και η φωνή του αναποδογυρισε: «Ει, εσύ, έι, εσύ εσύ!»

Και τότε είδαμε ποιον εννοούσε, Απέναντι, στην άλλη μεριά του μονοπατιού, καθόταν κάποιος και κοιμόταν. Ήταν ένας απλός γκρίζος φαντάρος, που είχε ακουμπήσει σ’ ένα δέντρο και κοιμόταν’ κι αυτός ο φαντάρος χαμογελούσε πολύ γλυκά με το φακιδιασμένο πρόσωπό του, κι εμείς σκεφτήκαμε πως ο ανθυπολοχαγός θα τρελαινόταν. Σκεφτήκαμε επίσης ότι κι ο κοιμισμένος θα τρελαινόταν, γιατί ο ανθυπολοχαγός τσίριζε όλο και πιο πολύ, κι ο κοιμισμένος χαμογελούσε όλο και πιο πολύ ...

Αυτοί που είχαν αρχίσει να καπνίζουν, έπαψαν τώρα να καπνίζουν, κι αυτοί που ήθελαν να κοιμηθούν, είχαν ξυπνησει, και μερικοί από μας χαμογελουσαν επίσης.’Ηταν άνοιξη, μαλακιά και γλυκιά, και ξέραμε πως ο πόλεμος τελείωνε.

Ξαφνικά ο ανθυπολοχαγός έπαψε να τσιρίζει, τινάχτηκε πάνω, διέσχισε με δυο βήματα το μονοπάτι, και χτύπησε τον κοιμισμένο στο πρόσωπο.

Τότε όμως είδαμε πως ο κοιμισμένος ήταν νεκρός.

Χωρίς να πει κουβέντα έπεσε κάτω, και δε χαμογελούσε πια: Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια απαίσια γκριμάτσα, και τον ανθυπολοχαγό, που γύρισε πίσω άσπρος σαν το πανί, δεν τον λυπηθήκαμε καθόλου, γιατί δε νιώθαμε πια καμιά χαρά για τον ήλιο, ούτε και για τον απαλό, υγρό, τρυφερό ανοιξιάτικο αέρα, και μας φαινόταν αδιάφορο πια αν ο πόλεμος τελείωνε η όχι.

Ξαφνικά νιώσαμε πως ήμαστε όλοι νεκροί, ακόμα κι ο ανθυπολοχαγός, γιατί τώρα ψευτογελούσε και δε φορούσε πια στολή ...



Χάινριχ Μπελ, Οι νεκροί δεν υπακούνε πια.





Ξαναδιαβάζοντας τον «Αλυσοδεμένο Ελέφαντα»


«ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ, σου λέω»!!!

Πόσες φορές το ένιωσα , πόσες φορές το είπα στον εαυτό μου. Άλλα... στο τέλος δειλά, αργά, πάντα κάτι κατάφερνα.

Τώρα;;; Γιατί με τρομάζει τόσο; Γιατί έστω και στη σκέψη μόνο το πρώτο πράγμα που μου έρχεται είναι αυτό : «ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ».

Τι πραγματικά με φοβίζει; Γιατί δεν μπορώ; Γιατί δε θέλω ούτε καν να προσπαθήσω; Γιατί τα παρατάω τόσο εύκολα;

Φοβάμαι την αποτυχία; Ή μήπως την απογοήτευση; Ή δεν ξέρω και γω τι;

Ποιο είναι το δικό μου παλούκι, που με κρατάει αλυσοδεμένη;

ΦΟΒΟΣ, ΚΟΥΡΑΣΗ, ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ, ΘΛΙΨΗ, ΠΟΝΟΣ;

Πως ακριβώς να το ονομάσω; Δε θα το ονομάσω. Πολύ φοβάμαι ότι δε θα καταφέρω και να λυθώ ποτέ.

Ή μήπως δεν θέλω;

Όχι, θέλω. Θέλω να λυθώ.

ΘΕΛΩ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ;;;;

Εεεε, και δε θα σβήσει ποτέ;

Πως θα γίνει να το ξεχασω;

Ίσως έχω την ανάγκη να αγαπηθώ, να νιώσω ότι κάποιος πιστεύει σε μένα για να πορευτώ. Ότι ανήκω κάπου που με θέλουν.

Όπως όταν έμαθα να κάνω ποδήλατο, χωρίς βοηθητικές ρόδες. Φοβόμουν. Φοβόμουν πολύ. Άλλα τότε με βοήθησε ο αδελφός μου και να.... Τώρα ούτε που το σκέφτομαι.

Άλλα είχα πέσει πολλές φορές και είχα χτυπήσει πολύ. Κάθε φορά έλεγα ΟΧΙ δεν ανεβαίνω ξανά. Δε θα κάνω ποτέ ποδήλατο. Και όμως έχω φτάσει στο σημείο να κάνω χωρίς βοηθητικές ρόδες. Πως;;;

Κάθε φορά ερχόταν ο αδελφός μου και μου έλεγε: «Αύριο πάλι θα προσπαθήσουμε. Είναι μια άλλη μέρα. Και εγώ θα είμαι εκεί. Δίπλα σου.» Και όχι μόνο το πίστευε, αλλά έβλεπα και ότι το εννοούσε.

Ναι, αλλά έχεις καταφέρει τόσα πολλά πράγματα μόνη σου Βασιλεία, γιατί δεν μπορείς και αυτό;

ΔΕΝ ΞΕΡΩ!!! Ίσως κουράστηκα να πολεμάω μόνη μου; Ή κουράστηκα να πιστεύω στους ανθρώπους. Γιατί ότι κι αν έκανα νόμιζα ότι είχα ανθρώπους κοντά μου, και στο τέλος αποδείχτηκε λάθος. Ήμουν μόνη μου!!!

Μήπως να βρω κάποιο λόγο (αφορμή) πάλι; Μπα.... Δεν έχει νόημα. Δε θα πιάσει. Άσκοπη προσπάθεια τώρα που το σκέφτομαι...



To κείμενο το υπογράφει και στο χαρτί και στη ζωή η Βασιλεία, στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει τον κόσμο και τον εαυτό της, αφου υπήρξε πολλά χρόνια δεμένη πρώτα με ορατές κι έπειτα από αόρατες αλυσίδες...




Επιμέλεια κειμένου Γιάννης Ξηντάρας, Ψυχολόγος http://www.xidaras.gr/





ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...