Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

ΥΠΕΡκαρναβαλική Ομάδα Αλμωπίας: "Αγανάκτηση για την μη διεξαγωγή του Καρατζοβίτικου Καρναβαλιού"


ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:
Η ΥΠΕΡκαρναβαλική Ομάδα Αλμωπίας, μετά από 10 χρόνια συμμετοχής ΚΑΙ στα 10 Καρατζοβίτικα καρναβάλια εκφράζει την λύπη της αλλά και την αγανάκτηση της για την μη διεξαγωγή του φέτος.
Ελπίζουμε πλέον ότι ο Δήμος Αλμωπίας θα υλοποιήσει την υπόσχεση του(η οποία είναι και η Πρόταση του αντιδημάρχου Πολιτισμού στην σχετική συνέλευση) για την κινητοποίησή του από το φθινόπωρο(και όχι 20 μέρες πριν την παρέλαση όπως τα τελευταία έτη)και παράλληλα την εξασφάλιση χρημάτων μέσω των ήδη υπάρχων και προβλεπόμενων κωδικών για ακριβώς τέτοιο σκοπό.
Αλλά ελπίζουμε εκτός τον Δήμο πρέπει να την δουν ως μεγάλη εκδήλωση (και ως πόλο έλξης τουριστών)και οι μεμονωμένοι συμπολίτες μας, αλλά επιτέλους να αναλάβουν πρωταρχικό. και οργανωτικό ρόλο και να συμμετέχουν οι καφετέριες της πόλης μας οι οποίες απέχουν ,ενώ παράλληλα καρπώνονται τα οφέλη της όλης διαδικασίας.

Οπότε, υγεία να έχουμε και όλοι μαζί ,ενωμένοι το φθινόπωρο.....

Για να μην παραμείνουμε θεατές( και ζηλιάρηδες ) άλλων......καρναβαλιών.

Αριδαία 14/02/2017

"Πόνος στο σπίτι" Χριστόφορος Κάσδαγλης


Ανεργία είναι να σε διώξουν απ’ τη δουλειά σου και να μη βρεις σύντομα άλλη.

Ανεργία είναι να μπαινοβγαίνεις ένα και δύο και έξι μήνες στο ταμείο για να πάρεις το ψωροεπίδομα.

Ανεργία είναι να σε προσλαμβάνουν σε εποχιακές εργασίες, να σε απολύουν και να σε επαναπροσλαμβάνουν τον επόμενο χρόνο.

Ανεργία, κατά μείζονα λόγο, είναι να μένεις χωρίς δουλειά για δύο και τρία χρόνια, εκτός από κάτι ψευτομεροκάματα.

Πάνω απ’ όλα, όμως, ανεργία είναι να επιστρέφει το παιδί σου απ’ το σχολείο, να σε βρίσκει στο σπίτι και να σε κοιτάει με μάτια γεμάτα απορία.
 Μήπως είσαι άρρωστος; Όχι δεν είσαι άρρωστος.



Χριστόφορος Κάσδαγλης, «Ανώνυμοι χρεοκοπημένοι», σελ. 26
(απόσπασμα)





«Η Απουσία»


Τη λέξη απουσία την άκουσα, για πρώτη φορά, στο σχολείο. Ο δάσκαλος έπαιρνε απουσίες, ο απουσιολόγος έπαιρνε απουσίες…

Γιατί τις παίρνανε, που τις πηγαίνανε και τι τις κάνανε, ποτέ δεν κατάλαβα. Και επειδή, μικρός, ήμουν πολύ φιλάσθενος, παίρνανε συχνά και τις δικές μου απουσίες, χωρίς ωστόσο να νιώσω ποτέ ότι κάτι μου αφαιρούσαν, κάτι μου έλειπε.

Το ίδιο γινότανε και με τον πυρετό μου. Κάθε φορά που αρρώσταινα, μου 'λεγε η μάνα μου: «Έλα, να σου βάλω το θερμόμετρο, να σου πάρω τον πυρετό». Και μου ‘βαζε το θερμόμετρο στη μασχάλη, αλλά τον πυρετό δεν μου τον έπαιρνε, γιατί ο πυρετός έμενε εκεί και μ’ έψηνε, μέχρι που αποφάσιζε να φύγει από μόνος του και κά­ποιον άλλονε να βρει για να παιδέψει.

Είχα, όπως καταλαβαίνετε, ένα πρόβλημα με τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν κυριολεκτικά, που άλλα έλεγαν και άλλα εννοούσαν. Δεν είχα ακόμη μάθει τη μεταφορική χρήση τους· δεν ήμουν ακόμη ποιητής.

Αυτό συνέβη λίγο αργότερα. Θέλω να πω, άρχισα να γίνομαι ποιητής, όταν, με τη βοήθεια του νονού μου, έμαθα ότι η απουσία είναι πουλί. Ο νονός μου, ένας γλυκός, διαβασμένος και ευφάνταστος άνθρωπος, ζούσε, με τη γυναίκα του, σε μια μεγάλη μονοκατοικία με εξίσου μεγάλο κήπο.

Ακριβώς δίπλα (ένας ψηλός μαντρότοιχος ήταν το όριο), βρισκότανε η λαϊκή αυλή όπου εμείς, τέσσερα άτομα, καταλαμβάναμε, με ταπεινό νοίκι, ένα μόνο δωμάτιο χωρίς κανένα βοηθητικό χώρο.

Επειδή ο νονός μου, ενώ είχε μεγάλο σπίτι και μεγάλη καρδιά, δεν είχε παιδιά, αποφάσισε να αγαπάει εμένα σαν παιδί του. Μόλις, λοιπόν, γύριζε σπίτι απ’ τη δουλειά (βιβλιοπώλης ήτανε), έβγαινε στον κήπο και ξερόβηχε. Αυτό ήταν το σύνθημα μας, ο μυστικός μας κώδικας, που σήμαινε «έφτασα μόλις, έλα!» κι εγώ προσέτρεχα αμέσως, γιατί όσο μ’ αγαπούσε εκείνος, άλλο τόσο κι εγώ τον αγαπούσα.

Η αστική αυτή κατοικία, πλάι στη δική μας μίζερη αυλή, ήταν για μένα ένας κόσμος μαγικός, βγαλμένος κατευθείαν από τα παραμύθια. Και τί δεν υπήρχε εκεί μέσα: δρύινα βερνικωμένα πατώματα, παχιά χαλιά, που κάνανε το βάδισμα αθόρυβο σαν της γάτας, βιβλιοθήκες από τοίχο σε τοίχο, πίνακες ζωγραφικοί με υπέροχα τοπία από κάποιους άλλους κόσμους, εβένινοι μπουφέ­δες με απαστράπτοντα ασημικά μες στις βιτρί­νες τους, τραπέζια και καρέκλες με κεντητά λινά καλύμματα, ένα περίεργο σκεύος, μεγάλο σαν εικονοστάσι, που το 'λέγαν σαμοβάρι κι έβγαζε, από ένα μικρό βρυσάκι, τσάι αρωματικό, κούπες τσαγιού από διάφανη κινέζικη πορσελάνη, μια τεράστια, σαν μικρός ελέφαντας, μαντεμένια σόμπα, επιχρισμένη με πράσινο σμάλτο, ένα ραδιόφωνο, καπλαντισμένο με καρυδιά, απ' όπου έρρεε, σχεδόν αδιάκοπα, μια μουσική που τήνε λέγαν κλασική, και παντού, από το μπάνιο ως το πιο μικρό δωμάτιο, το άρωμα λεβάντας απ' την κο­λόνια του νονού μου.

Σε μια γωνιά του μεγάλου σαλονιού (υπήρχε και μικρότερο για τις σύντομες ή αδιάφορες επισκέψεις) στεκόταν, πάνω σε βάθρο ξύλινο με τέχνη σκαλισμένο, έν’ αδειανό κλουβί τόσο όμορφα φτιαγμένο, που επιθυμούσες να μικρύνεις, σαν καναρίνι ελάχιστος να γίνεις, μόνο και μόνο για να κατοικήσεις μέσα του.

Αργότερα, πολύ αρ­γότερα, φωτογραφίες όταν πρωτοείδα του Τάτζ Μαχάλ, κατάλαβα πως ήτανε πιστό συρμάτινο αντίγραφο αυτού του διάσημου τεμένους. Τότε, ωστόσο, το μόνο που παίδευε την παιδική μου σκέψη ήταν γιατί ένα τόσο όμορφο κλουβί έμενε άδειο. Ρώτησα λοιπόν, μια μέρα, τον νονό μου: «Γιατί δεν έχει το κλουβί μέσα πουλί;».

«Έχει και παραέχει, μόνο που δεν το βλέ­πεις», μου αποκρίθηκε.
«Και πώς το λένε;» επέμεινα εγώ.
«Το λένε Απουσία», μου είπε.
«Και γιατί δεν κελαηδά;»

«Γιατί η απουσία εκτός από αόρατη είναι και βουβή· φωνή δεν έχει».
Αν και χαμογελούσε, λέγοντας μου αυτά τα λόγια, τα μάτια του δεν συμμετείχαν στο χαμόγελο· υπήρχε κάτι σκοτεινό μέσα τους, που μ’ έκανε να σωπάσω, μολονότι είχα ακόμη πολλές απορίες σχετικά μ’ αυτό το περίεργο πουλί.

Λίγο μετά τη συμπλήρωση των δεκατεσσάρων μου χρόνων και πριν προλάβω να του δείξω τα ποιήματα που είχα αρχίσει να γράφω, ο νονός μου πέθανε. Ήταν ο πρώτος μου νεκρός, κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα την καρδιά μου σαν συρμάτινο Τάτζ Μαχάλ, κατοικημένη απ’ το αόρατο βουβό πουλί, την Απουσία.

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, μεγάλωσα, ωρίμασα, σίτεψα· πλήθος πλέον τα σβησμένα κεριά, πλήθος οι αγαπημένοι μου νεκροί… Και μια μέρα, περιπλανώμενος μέσα στον ζωολογικό κήπο της Αμβέρσας, βρέθηκα, κάποια στιγμή, μπροστά σ' ένα τεράστιο, σιδερόφρακτο, άδειο κλουβί με μια πινακίδα στη βάση του, που έγραφε στα γαλλικά και στα φλαμανδικά: ABSENCE-AFWEZIGHEID.

Ίσως να ήταν κάποιο βελγικό αστείο ή, πάλι, μπορεί ο επιγραφοποιός να 'θελε να δηλώσει απλώς, με τρόπο βέβαια κάπως παράδοξο, ότι το ζώο, που όφειλε να είν’ εκεί, απουσίαζε. Εγώ ωστόσο ταράχτηκα. Είδα, ξαφνικά, να επαληθεύεται αυτό που από καιρό υποπτευόμουν ότι η Απουσία δεν είναι πουλί άλλα θηρίο ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων.

Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει έν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν.

Αργύρης Χιόνης, «Η Απουσία» («Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», Εκδ. Κίχλη).





ΠΗΓΗ...https://to23ogramma

"Ο Παχύς και ο Αδύνατος" Ά. Τσέχωφ


Στον σιδηροδρομικό σταθμό του τσάρου Νικολάου συναντήθηκαν δυο φίλοι. Ένας παχύς κι ένας αδύνατος.

O Παχύς μόλις είχε γευματίσει στο σταθμό, και τα χείλια του, γεμάτα λίπος, γυάλιζαν σαν γινωμένα βύσσινα. Μύριζε κρασίλα κι άρωμα. O Αδύνατος μόλις κατέβηκε από το βαγόνι, φορτωμένος με βαλίτσες, μπόγους και κιβώτια. Αναδινόταν από πάνω του μια μυρουδιά από χοιρομέρι και κατακάθια καφέ. Πίσω από τη ράχη του ξεμύτιζαν μια αδύνατη γυναίκα με μακρουλό πιγούνι, η γυναίκα του, κι ένα ψηλό γυμνασιόπαιδο με μισοκλεισμένα τα μάτια, ο γιος του.

«Πορφύρη!», αναφώνησε ο Παχύς βλέποντας τον Αδύνατο. «Εσύ; Αγαπητέ μου, αγαπητέ μου! Χρόνια και ζαμάνια!»

«Έλα Χριστέ και Παναγιά!», είπε έκπληκτος ο Αδύνατος. «Μίσια! Παιδικέ μου φίλε! Από πού έρχεσαι;»

Oι δυο φίλοι αλληλοασπάστηκαν τρεις φορές έχοντας καρφωμένα ο ένας στον άλλον τα δακρυσμένα μάτια τους. Έμειναν κι οι δυο ευχάριστα κατάπληκτοι.

«Καλέ μου φίλε!», άρχισε να λέει ο Αδύνατος μετά τον ασπασμό. «Πού να το περιμένω! Να, αυτή είναι μια έκπληξη! Κοίταξέ με λοιπόν καλά! Τι όμορφος που ήμουνα! Τι γοητευτικός και δανδής! Αχ, κι εσύ, Θεέ μου! Πώς είσαι λοιπόν; πλούσιος; παντρεμένος; Εγώ, όπως βλέπεις, παντρεύτηκα. Να, αυτή εδώ είναι η γυναίκα μου, η Λουίζα, το γένος Βάντσενμπαχ. Λουθηρανή. 
Κι αυτός είναι ο γιος μου, ο Ναθαναήλ, μαθητής στην τρίτη τάξη. Από δώ, Ναθάνια, είναι ο παιδικός μου φίλος. Φοιτούσαμε μαζί στο Γυμνάσιο!»

O Ναθαναήλ σκέφτηκε λιγάκι κι έβγαλε το καπέλο.

«Στο Γυμνάσιο φοιτούσαμε μαζί!», συνέχισε ο Αδύνατος. «Θυμάσαι το παρατσούκλι που μας είχαν βγάλει; Εσένα σε φώναζαν Ηρόστρατο, επειδή έκαψες με το τσιγάρο ένα δημόσιο βιβλίο κι εμένα Εφιάλτη, γιατί μου άρεσε να είμαι μαρτυριάρης. Χο, χο… Τι παιδιά που ήμασταν! Μη φοβάσαι, Ναθάνια! Πήγαινε κοντά του… Κι από δώ η γυναίκα μου, το γένος Βάντσενμπαχ… Λουθηρανή».

O Ναθαναήλ σκέφτηκε λίγο και κρύφτηκε πίσω από τον πατέρα του.

«Λοιπόν, πώς περνάς φίλε;», ρώτησε ο Παχύς κοιτάζοντας με ενθουσιασμό τον φίλο του. «Υπηρετείς ακόμα; Πού;»

«Υπηρετώ, αγαπητέ μου! Έχω τον όγδοο βαθμό, κοντεύει δυο χρόνια τώρα. Πήρα και το παράσημο Στανισλάβα*. O μισθός είναι μικρός… Ε, δόξα να 'χει ο Θεός! Η γυναίκα μου παραδίνει μαθήματα μουσικής, κι εγώ, συμπληρωματικά, φτιάχνω ξύλινες ταμπακιέρες. Πολύ καλές ταμπακιέρες! Τις πουλάω ένα ρούβλι τη μία. Αν κάποιος πάρει πάνω από δέκα, τότε, καταλαβαίνεις, του κάνω και σκόντο*. Κάπως τα καταφέρνουμε. Υπηρετούσα, ξέρεις, σ' ένα τμήμα, αλλά τώρα πήρα μετάθεση για εδώ, ως τμηματάρχης, στον ίδιο Oργανισμό… Λοιπόν, εσύ πώς τα πας; Σίγουρα θα είσαι πια σύμβουλος; Ε;»

«Όχι, αγαπητέ μου, ανέβα πιο ψηλά», είπε ο Παχύς. «Έχω ήδη φτάσει μυστικός σύμβουλος… Έχω δυο παράσημα».

O Αδύνατος ξαφνικά χλώμιασε, έμεινε σύξυλος κι αμέσως ύστερα το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σ' ένα πλατύ χαμόγελο. Έδειχνε σαν να έβγαζε σπίθες από τα μάτια και το πρόσωπό του. Το σώμα του μαζεύτηκε, καμπούριασε, στένεψε… Oι βαλίτσες του, οι μπόγοι και τα κιβώτια κουβαριάστηκαν, ζάρωσαν… Το μακρύ πιγούνι της γυναίκας του έγινε ακόμα πιο μακρουλό. O Ναθαναήλ στάθηκε τεντωμένος σε στάση προσοχής και κούμπωσε όλα τα κουμπιά της στολής του…

«Εγώ, εξοχότατε… Χαίρω πολύ! Φίλος, ας πούμε, παιδικός και να που, ξαφνικά, μεταμορφώνεστε σ' έναν τέτοιον άρχοντα! Χι, χι».

«Φτάνει λοιπόν, πάψε!», είπε μορφάζοντας ο Παχύς. «Γιατί αυτό το ύφος; Εγώ κι εσύ είμαστε φίλοι από παιδιά κι αυτή εδώ η δουλοπρέπεια δεν έχει κανένα νόημα!».

«Προς Θεού… Τι, εσείς…», κρυφογέλασε ο Αδύνατος, ζαρώνοντας πιο πολύ ακόμα. «Η ευμένεια της εξοχότητάς σας… είναι σαν ζωογόνα δροσιά… Να, εξοχότατε, αποδώ ο γιος μου ο Ναθαναήλ… η γυναίκα μου η Λουίζα, Λουθηρανή, ας πούμε…»

O Παχύς ήθελε να αντιδράσει κάπως, αλλά στο πρόσωπο του Αδύνατου ήταν ζωγραφισμένος τόσος σεβασμός, τόση γλυκάδα και τόση ευλαβική ξινάδα, που στον Μυστικό Σύμβουλο έφερναν αναγούλα. Έδωσε το χέρι του στον Αδύνατο να τον αποχαιρετήσει κι έστρεψε τα νώτα του.

O Αδύνατος, πιάνοντας το χέρι, έσφιξε τα τρία δάχτυλα, υποκλίθηκε από το κεφάλι ως τα πόδια και γέλασε χαιρέκακα, σαν Κινέζος: «Χι, χι, χι». Η γυναίκα του χαμογέλασε. O Ναθαναήλ έσυρε το πόδι του σε στάση προσοχής και το πηλίκιο από το κεφάλι του έπεσε κάτω. Όταν και οι τρεις ευχάριστα κατάπληκτοι.

Ά. Τσέχωφ, "Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα", Μετάφραση: Β. Ντινόπουλος, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Τίποτα περισσότερο από ένα «πάντα»


Τα  π ά ν τ α. Τα πάντα ήθελε να ζήσει μαζί του.

Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Πάθος, έρωτα, τρέλα... Και ύστερα, αυτά τα ατελείωτα ξενύχτια πάνω από ένα κινητό να περιμένει τηλεφώνημα του, ακόμα και όταν τους χώριζαν περισσότερο από 4.000 χλμ απόσταση.

Τα πάντα... Αλλά ποιο είναι αυτό το πάντα για να μπορεί να το ορίσει κάποιος; Πόσο είναι το πάντα για να το μετρήσει κανείς; Για να το κυνηγήσει; Για να το διεκδικήσει; Για να το απαιτήσει;

Της αρκούσε να είναι απλά δίπλα του. Να τον κοιτάει. Να τον αγγίζει. Να νιώθει την ανάσα του στο πρόσωπο της. Να αισθάνεται τα χέρια του να τυλίγονται γύρω της, μέσα στον ύπνο τους…

Να ξυπνάει πλάι του, να μαγειρεύουν αγκαλιασμένοι μπροστά από την κουζίνα, να αποκοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, στον καναπέ, τα Σαββατόβραδα, βλέποντας ταινίες…

Αυτά και άλλα πολλά. Μα είναι αυτά πολλά ή μήπως του ήταν λίγα;

Και όταν αυτή του έλεγε τα όνειρα της, αυτός την κοιτούσε μέσα στα μάτια σωπαίνοντας. Της έλεγε πως την αγαπάει, χωρίς να μιλάει, της έδειχνε πόσο τη χρειαζόταν, χωρίς να της το ζητάει. Έλεγε πως ονειρευόταν και αυτός, αλλά δεν ήθελε να ακούσει κανείς τα όνειρα του. Από φόβο ίσως, μην πάει κάτι στραβά. Ίσως …τελικά ποτέ να μην άκουσε και ο ίδιος τη φωνή του.

Και ξαφνικά, μέσα σε λίγα λεπτά, με ένα μόνο τηλεφώνημα του, το δικό τους «πάντα» έγινε ένα «τίποτα». Το κάστρο τους έγινε σκόνη, τα όνειρα, παγίδες.. Οι αγκαλιές, φυλακές, τα φιλιά, δαγκωματιές, τα λόγια, σφαίρες, που διαπερνούσαν όλο της το σώμα, σηκώνοντας το στον αέρα, αργά, και πετώντας το στο έδαφος με δύναμη.

Ήταν η δύναμη του. Αυτή που έκρυβε καλά μέσα του, μαζί με τα όνειρα του, ικανή να τα διαλύσει όλα, μέσα σε μια στιγμή.

Λένε πως δεν υπάρχει το «πάντα». Και αν όντως δεν υπάρχει, εμείς γιατί το πιστεύουμε; Γιατί το λέμε; Γιατί;

Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να πιστεύει σε μια αγάπη που θα κρατήσει για «πάντα». Για να την κάνει ιδανική, να την μετατρέψει σε Θεά και να την «προσκυνήσει». Να δώσει όλο του το «είναι» σε αυτή, να της χαρίσει την καρδιά και το μυαλό του και να παραδοθεί.

Και όταν αυτό το «πάντα» τελειώσει, μας είναι οδυνηρό να καταρρίψουμε τον κόσμο μας, να αφήσουμε τις συνήθειες μας, να παραδεχτούμε πως τελείωσαν τα όνειρα μας.

Όπως τελειώνει ο καφές σου, με άρωμα καραμέλας… Όπως τελειώνει το τσιγάρο που καπνίζεις, όταν τον σκέφτεσαι... Όπως τελειώνει το βιβλίο που διαβάζεις, όπως τελειώνει  η αγαπημένη σου ταινία…

Έτσι, τελειώνει και αυτό το «πάντα» μιας σχέσης.

Και όπως μπορείς να γεμίσεις ξανά μια κούπα με καφέ, να ανάψεις ένα ακόμα τσιγάρο, να ξεκινήσεις ένα νέο βιβλίο, να δεις άλλη μια ταινία από την αρχή…

Έτσι, αρχίζει ένα καινούργιο απροσδιόριστο «πάντα», πάντοτε με αρχή, μέση και τέλος.

Ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε λοιπόν τα «αρώματα», τις «αισθήσεις» και τις γλυκόπικρες «γεύσεις» που μας αφήνει στο πέρασμα του όλο αυτό, και ας ρισκάρουμε τα ζήσουμε «τα πάντα» για ένα «τίποτα»…

Γράφει η Niovi G





Ξεβολέψου από τα «θα» σου όσο προλαβαίνεις…


Θα, λες…

Θα κάνω αυτό, θα κάνω εκείνο, θα παλέψω για το άλλο.
Γράφεις όλα σου τα όνειρα, τα κάνεις κουκίδες πάνω σε χάρτες, τα κάνεις εικόνα σε οθόνες.

Θα, λες…
Αλλά ως εκεί. Τίποτα άλλο…

Μόνο λόγια είσαι φίλε μου κι από ουσία τίποτα.
Λίγο από αναβλητικότητα, λίγο από τις συνθήκες. Πολλές οι αφορμές.

Κάθε μια σε πάει κι ένα βήμα πιο μακριά από τους στόχους σου.
Κάθε μια σε κάνει να φεύγεις πιο μακριά από όσα τόλμησες ποτέ σου να ονειρευτείς…

Ζωή το λες. Μα ζωή δεν είναι…
Κι ούτε πρόκειται να γίνει αν δεν αποφασίσεις να ξεβολευτείς από το ρημαδιασμένο τον καναπέ και να κάνεις κάτι.

Κάνε κάτι που να πάρει και να σηκώσει!
Κάνε ένα από αυτά τα άπειρα “θα” σου πράξη. Μην το πετύχεις, δεν πειράζει.

Αλλά πάλεψέ το. Πάλεψε για όσα θες, για όσα οραματίζεσαι. Πάλεψε για μια ζωή που θα έχει λίγο αλατοπίπερο… θάχει γεύση ονείρων…
Μη βαλτώνεις. Άσε εκείνο το από αύριο και κάνε το τώρα!

Κάνε το χθες, όχι αύριο!
Βάλε πρόγραμμα επιτέλους στη ζωή σου και μην ψάχνεις ολοένα δικαιολογίες.

Μην αναβάλλεις, μην αφήνεσαι.
Τώρα είναι η ζωή.

Αύριο κανείς δεν ξέρει, από τη μια στιγμή στην άλλη όσα ήξερες για δεδομένα μπορούν να αλλάξουν.
Τόλμα. Δούλεψε. Οραματίσου και κάνε πράξη. Στο ξανάπα, ας μην τα καταφέρεις. Κανείς άλλωστε δεν υπόγραψε ποτέ συμβόλαιο με την επιτυχία.

Τουλάχιστον θα έχεις παλέψει. Θα έχεις νικήσει εκείνα τα αναβλητικά “θα” που είναι όμοια με βαρίδια δεμένα στα πόδια σου.
Μπορεί να είναι δύσκολο. Κάθε αγώνας είναι δύσκολος, δεν το αρνείται κανείς.

Αλλά παλεύεις για σένα. Παλεύεις για μια όμορφη ζωή που θέλεις να είναι η δική σου.
Παλεύεις για όσα αγαπάς κι όσα θέλεις να αγαπήσεις.

Κατάλαβέ το όσο είναι νωρίς και μην αφήνεις το χρόνο να περνά ανεκμετάλλευτος. Γιατί θα ξημερώσει μέρα  που θα θέλεις, που θα σηκωθείς από την ανόητη βολή σου κι όμως δε θα μπορείς να κάνει τίποτα για να αλλάξεις τη ζωή σου. Δε θα μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις.

Αυτό το πλάνο σ’αρέσει; Μάλλον όχι. Μη φλερτάρεις λοιπόν με κάτι τέτοιο και ζορίσου τώρα. Δώσε πόνο λέμε!
Για σένα, για εκείνα που αγαπάς.

Μα κυρίως για μια ζωή που θα έχει ετικέτα το όνομά σου και θα την έχεις παλέψει και με την τελευταία ικμάδα της δύναμής σου.
Ξεβολέψου λέμε, όσο προλαβαίνεις!

Της Στεύης Τσούτση





"Για να ζήσεις χρειάζεται…θάρρος" Kahlil Gibran


Για να ζήσεις χρειάζεται θάρρος.
Τόσο ο ανέπαφος σπόρος, όσο κι εκείνος που σπάει το περίβλημα του έχουν τις ίδιες ιδιότητες.
Όμως, μόνο εκείνος που θα σπάσει το περίβλημα θα είναι ικανός να μπει στην περιπέτεια της ζωής.
Τούτη η περιπέτεια περικλείει μια και μοναδική αξία:
να ανακαλύψουμε ότι δεν μπορούμε να ζούμε μόνο από τις εμπειρίες των άλλων και γι’ αυτό να είμαστε πάντα διατεθειμένοι να της παραδοθούμε.
Είναι αδύνατο να δανειστείς τα μάτια του ενός, τ’ αυτιά του άλλου, ώστε να ξέρεις το τι θα συμβεί.
Κάθε ύπαρξη είναι διαφορετική, έχει και τη δική της ξεχωριστή ιδιαιτερότητα. 
Ό,τι και να με περιμένει, επιθυμώ να έχω την καρδιά ανοιχτή,
έτοιμη να δεχτεί το οτιδήποτε.
Να μη φοβάμαι ν’ ακουμπήσω το χέρι μου στον ώμο κάποιου,
μέχρι να κοπεί.
Να μη φοβάμαι να κάνω κάτι που έκανε κάποιος πριν από μένα, 
μέχρι να πληγωθώ.
Άσε να είμαι ανόητος σήμερα, αφού τούτο το πρωί μόνο ανοησίες μπορώ να δώσω.
Πιθανόν να το μετανιώσω, αλλά δεν έχει σημασία.
Αύριο ποιος ξέρει, μπορεί να είμαι λιγότερο ανόητος…
Kahlil Gibran





«Πώς με κοιτάει έτσι...» Κατερίνα Γώγου


Πώς με κοιτάζει έτσι αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί

πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι...

Πώς θροΐζει μέσα μου αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό

πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι...

Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο

κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά

δείχνει παντού και πουθενά

τι θέλει το φεγγάρι...

Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα

κάνει τόση αντήχηση μέσα μου μού διογκώνει το Εγώ μου...

Ποιανής σελήνης έκλειψη ποιου φεγγαριού η χάση

μαζί σηκώνει μέσα μου άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου...

πώς με κοιτ...

Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης...



Από την ποιητική συλλογή "Απόντες"

Κατερίνα Γώγου

"Παιχνίδι" της Δήμητρας Σταύρου


Παιχνίδι

Ένας έρωτας χωρίς όνομα
Ακόμα
Αυτός θα ΄ρθει
Θα σου κλείσει τα μάτια
Με τα δυο του τα χέρια
Μάντεψε, μάντεψε
Θα πει
Για να δούμε, ποιος είσαι;
Μήπως το σχεδόν σ΄αγαπώ;
Όχι, όχι
Σχεδόν
Μήπως τα ανοιγμένα βιβλία στο γράμμα μ;
Όχι, έχασες πάλι
Θες μια ακόμη ευκαιρία;
Όχι, ευκαιρίες δεν θέλω
Πια
Θέλω εσένα,
Θέλω
Να το πάρει το ποτάμι
Που κελαρύζει
Μυστικά
Πάνω στα γυμνωμένα
Κόκκαλά μου.





ΠΗΓΗ...http://frear.gr

«Από πρίγκιπας..βάτραχος και τούμπαλιν» του Άγγελου Ροδαφηνού


Αξίζει να το κολλήσουμε στον καθρέφτη της τουαλέτας και να διαβάζουμε αυτές τις φράσεις κάθε πρωί..
Η δουλειά μου είναι να διαλέξω τι είδους ημέρα θα έχω σήμερα
Ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί, ενθουσιασμένος από όλα αυτά που μπορώ να κάνω προτού το
ρολόι χτυπήσει μεσάνυκτα.
Σήμερα έχω υπευθυνότητες και καθήκοντα να εκπληρώσω. Είμαι σημαντικό άτομο. Η δουλειά
μου είναι να διαλέξω τι είδους ημέρα θα έχω σήμερα.
Σήμερα μπορώ να αισθανθώ θλίψη επειδή δεν έχω περισσότερα χρήματα ή να χαρώ γιατί τα
οικονομικά μου με ενθαρρύνουν να σχεδιάσω τις αγορές μου προσεκτικά και να αποφύγω τις
σπατάλες.
Σήμερα μπορώ να γκρινιάξω για την κατάσταση της υγείας μου ή να χαρώ επειδή είμαι ζωντανός.
Σήμερα μπορώ να παραπονεθώ σχετικά με αυτά που δεν μου παρείχαν οι γονείς μου καθώς
μεγάλωνα ή να αισθανθώ ευγνώμων που μου επέτρεψαν να γεννηθώ.
Σήμερα μπορώ να κλάψω επειδή τα ρόδα έχουν αγκάθια ή να γιορτάσω το γεγονός ότι τα αγκάθια
έχουν ρόδα.
Σήμερα μπορώ να θρηνήσω την έλλειψη φίλων ή να ξεκινήσω με λαχτάρα την αναζήτηση νέων
σχέσεων.
Σήμερα μπορώ να γκρινιάξω επειδή πρέπει να πάω στη δουλειά ή να ξεφωνήσω με χαρά επειδή
έχω δουλειά να κάνω.
Σήμερα μπορώ να παραπονεθώ επειδή έχω να πάω στο σχολείο ή να ανοίξω το μυαλό μου και να
το γεμίσω με καινούρια κομματάκια γνώσεων.
Σήμερα μπορώ να μουρμουρίσω επειδή έχω να κάνω δουλειές στο σπίτι ή να αισθανθώ τιμή
επειδή ο Θεός μου έδωσε ένα καταφύγιο για το νου, το σώμα και την ψυχή μου.
Το σήμερα ξεδιπλώνεται μπροστά μου, περιμένοντας να του δώσω σχήμα και μορφή. Και να ’μαι
εδώ να στέκομαι, ο γλύπτης που θα αναλάβει το γλυπτό.Η δουλειά μου είναι να διαλέξω τι είδους ημέρα θα έχω σήμερα
«Ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί, ενθουσιασμένος από όλα αυτά που μπορώ να κάνω προτού το ρολόι χτυπήσει μεσάνυκτα.
Σήμερα έχω υπευθυνότητες και καθήκοντα να εκπληρώσω. Είμαι σημαντικό άτομο. Η δουλειά μου είναι να διαλέξω τι είδους ημέρα θα έχω σήμερα.
Σήμερα μπορώ να αισθανθώ θλίψη επειδή δεν έχω περισσότερα χρήματα ή να χαρώ γιατί τα οικονομικά μου με ενθαρρύνουν να σχεδιάσω τις αγορές μου προσεκτικά και να αποφύγω τις σπατάλες.
Σήμερα μπορώ να γκρινιάξω για την κατάσταση της υγείας μου ή να χαρώ επειδή είμαι ζωντανός.
Σήμερα μπορώ να παραπονεθώ σχετικά με αυτά που δεν μου παρείχαν οι γονείς μου καθώς μεγάλωνα ή να αισθανθώ ευγνώμων που μου επέτρεψαν να γεννηθώ.
Σήμερα μπορώ να κλάψω επειδή τα ρόδα έχουν αγκάθια ή να γιορτάσω το γεγονός ότι τα αγκάθια έχουν ρόδα.
Σήμερα μπορώ να θρηνήσω την έλλειψη φίλων ή να ξεκινήσω με λαχτάρα την αναζήτηση νέων σχέσεων.
Σήμερα μπορώ να γκρινιάξω επειδή πρέπει να πάω στη δουλειά ή να ξεφωνήσω με χαρά επειδή έχω δουλειά να κάνω.
Σήμερα μπορώ να παραπονεθώ επειδή έχω να πάω στο σχολείο ή να ανοίξω το μυαλό μου και να το γεμίσω με καινούρια κομματάκια γνώσεων.
Σήμερα μπορώ να μουρμουρίσω επειδή έχω να κάνω δουλειές στο σπίτι ή να αισθανθώ τιμή επειδή ο Θεός μου έδωσε ένα καταφύγιο για το νου, το σώμα και την ψυχή μου.
Το σήμερα ξεδιπλώνεται μπροστά μου, περιμένοντας να του δώσω σχήμα και μορφή. Και να ’μαι εδώ να στέκομαι, ο γλύπτης που θα αναλάβει το γλυπτό.
Το πώς θα μοιάζει το σήμερα είναι δικό μου θέμα. Έχω την ευκαιρία να διαλέγω τι είδους ημέρα θα έχω!
Να έχετε μια σπουδαία μέρα…εκτός αν έχετε άλλα σχέδια!»

Ήταν ένα τόσο δα μικρό απόσπασμα..από το βιβλίο «Από πρίγκιπας..βάτραχος και τούμπαλιν» του Άγγελου Ροδαφηνού

" Το ηλιοτρόπιο" του Ευγένιου Τριβιζά


Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Κι όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, γύριζαν από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, γυρνούσαν από δω. Εκτός από ένα. 

Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ΄όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από δω, το ηλιοτρόπιο αυτό κοιτούσε από κει. Όταν ο ήλιος ήταν από κει, το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από δω 

"Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο όπως εμείς;" ρωτούσαν τ΄άλλα ηλιοτρόπια απορημένα. 

"Και γιατί να τον κοιτάω;" 

"Επειδή είναι χρυσός. Επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως". 

"Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα! Ανασαίνει φως και κάτι έγινε" 

"Τι θες να πεις; Δεν σ΄αρέσει δηλαδή;" 

"Καλός είναι δεν λέω, αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς απ΄το πρωί ίσαμε το βράδυ. Αλήθεια, δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει".

"Δεν είναι στα καλά του, σκεφτόνταν τα ηλιοτρόπια "Ακούς εκεί, να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο;" 

Και περνούσαν οι μέρες. Και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσανε τον ήλιο, εκτός από κείνο το ηλιοτρόπιο το ένα, που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη μεριά. 

"Δε μου λες; Γιατί δεν με κοιτάς;" το ρωτάει μια μέρα ο ήλιος 

"Άσε με ήσυχο" είπε το ηλιοτρόπιο 

"Πες μου, γιατί δε με κοιτάς;" ξαναρωτάει ο ήλιος. 

"Θέλεις αλήθεια να σου πω;" 

"Ναι" 

"Επειδή… θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα. Μόνο για μένα να γελάς. Να λάμπεις μόνο για μένα. Εμένα μόνο να ζεσταίνεις" είπε το ηλιοτρόπιο. "Αν έβγαινες μόνο για μένα, τότε ναι θα σε κοιτούσα" "Μα δεν γίνεται αυτό" αποκρίθηκε ο ήλιος. "Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω. Δεν γίνεται" 

"Τότε κι εγώ δεν θα σε κοιτάω" 

"Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς, αν δε με κοιτάς" 

"Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με" είπε το ηλιοτρόπιο. Δεν μίλησε ο ήλιος. Και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη τη μεριά. Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλωμιάζει το ηλιοτρόπιο.

"Είδατε;" ψιθύρισαν τ' άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους "Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε.. Ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να το θυμηθείτε ότι έτσι που πάει αργά ή γρήγορα θα μαραθεί". 

Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό, ο μίσχος στα πέταλά του μαραινόταν, αλλά ούτε που γύριζε να κοιτάξει τον βασιλιά τον ήλιο. 

Παραξενεμένα τα ηλιοτρόπια, το άκουγαν να μιλάει μόνο του. "Φύγε" έλεγε "δε θέλω να σε βλέπω. Φύγε" 

Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο κείνο βράδυ, όταν όλα τ΄άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε κι έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε μ΄ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως τ΄όνειρό του. 

"Ήρθες;" είπε το ηλιοτρόπιο. 

"Ήρθα" είπε ο ήλιος 

"Μόνο για μένα;" 

"Μόνο για σένα" αποκρίθηκε ο ήλιος "Έλα". 

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο, τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλλα του, αφέθηκε ν΄ανεβαίνει.. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε.. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός, δεν γίνεται πιο φωτεινός.. Κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από κει ψηλά είδε όλες τις θάλασσες, κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες, είδε λιμώνες, είδε δάση, είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξιδεύανε στο κύμα και πράσινα ποτάμια που στραφτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω απ΄τα βουνά τ΄ασημένια. 

"Έλα κοντά μου" είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά. 

"Πιο κοντά" είπε ο ήλιος. Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά. 

"Κοίτα με" είπε ο ήλιος "Κοίτα με ηλιοτρόπιο" Το ηλιοτρόπιο τον κοίταξε. 

"Εσένα μόνο" είπε ο ήλιος, και το άγγιξε με την ανάσα του. 

Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σαν φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του, ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ΄άκρη σε άκρη. Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του ν΄ανοίγουν, να γλιστράνε, να σκορπάν τα σπόρια του, να πέφτουν δάκρυ και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως αγγίζαν τον αφρό, όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες ξενες να πηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι που στραφτάριζαν ολούθε ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.

Είχε συννεφιά τ΄άλλο πρωί. Δεν βγήκε τη μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός, λες κι ήταν βουρκωμένος . Το ηλιοτρόπιο έγερνε στο μίσχο του ξερό, καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή, ανάμεσα στα δροσά ηλιοτρόπια του κάμπου. 

"Τά΄θελε και τά΄παθε" είπε ένα ηλιοτρόπιο 

"Πήγαινε γυρεύοντας" είπε ένα άλλο. Έτσι είπαν. 

Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε, πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρό του.





ΠΗΓΗ...http://andriashome.com

ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...